Ανάλυση του Γιάννη Γούναρη, Δικηγόρου, LLM London School of Economics, Διδάκτορα Νομικής ΕΚΠΑ – Το κείμενο περιλαμβάνεται στο 38o Δελτίο Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του ΕΝΑ →

«Εχμ…». Η εικόνα της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν καθώς παρακολουθούσε, αμήχανη και εμφανώς ενοχλημένη, τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ να  κάθεται στην πολυθρόνα που του είχε ετοιμάσει το πρωτόκολλο του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν -δίπλα στον τελευταίο- με την ίδια να αρκείται σε μια θέση στον, αναπαυτικό μεν, χαμηλότερου ύψους και απομακρυσμένο δε, καναπέ του προεδρικού γραφείου στην Άγκυρα σίγουρα δεν θα ξεχαστεί εύκολα στις Βρυξέλλες. Αρχικά, τα βέλη στράφηκαν κατά του προφανούς στόχου: ο Ερντογάν, ένας αυταρχικός ισλαμιστής ηγέτης με κανέναν απολύτως σεβασμό στην ισότητα των φύλων, είχε εκμεταλλευτεί την ευκαιρία για να υποβαθμίσει την φον ντερ Λάιεν, υπενθυμίζοντας της τη θέση της ως γυναίκα: κάτω και σε κόσμια απόσταση από τη συζήτηση μεταξύ των ανδρών. Η ίδια η πρόεδρος της Επιτροπής δήλωσε ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ότι η εμπειρία της στην Άγκυρα την είχε κάνει να νιώσει «πληγωμένη και μόνη, ως γυναίκα και ως Ευρωπαία», μια δήλωση που προκάλεσε συμπάθεια και δηλώσεις υποστήριξης εκ μέρους των ευρωβουλευτών. Και είναι αλήθεια ότι δεν χρειάζεται να ερευνήσει κανείς πολύ για να διαπιστώσει ακριβώς το είδος του σεβασμού που τρέφουν ο Τούρκος πρόεδρος και το καθεστώς του για τα δικαιώματα των γυναικών: η πρόσφατη αποχώρηση της Τουρκίας από τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας, η συχνότητα και η γενικευμένη ατιμωρησία της βίας κατά των γυναικών, συμπεριλαμβανομένων των γυναικοκτονιών, στη χώρα αυτή και η κατάταξή της ως προς την ισότητα των φύλων δίνουν μια ακριβή, όσο και αποκαρδιωτική, εικόνα.

Οι ίδιοι οι Τούρκοι αξιωματούχοι επέμεναν, τις μέρες που ακολούθησαν το περιστατικό, ότι δεν είχαν καμία πρόθεση ή ενδιαφέρον να προσβάλουν την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ότι η όλη υπόθεση ήταν, απλώς, μια ατυχής στιγμή του πρωτοκόλλου. Από την άλλη πλευρά, χωρίς να αναλίσκεται κανείς σε δίκες προθέσεων, μπορεί να φανταστεί την έμπειρη και ικανή τουρκική διπλωματία να δυσκολεύεται να αντισταθεί στον πειρασμό να κάνει χρήση των συμβολισμών για να προκαλέσει εκνευρισμό, δυσαρέσκεια και, γιατί όχι, εσωτερικές τριβές στον «αντίπαλο». Η ευρωπαϊκή Ιστορία βρίθει περιστατικών όπου πάπες και πατριάρχες, αυτοκράτορες, βασιλείς και πρίγκηπες διαπληκτίζονταν μεταξύ τους κυριολεκτικά για το ύψος των καρεκλών τους ή για την απόσταση που αυτές ήταν τοποθετημένες από τον θρόνο-σύμβολο της εξουσίας. Και, εν προκειμένω, η υπόθεση του Sofagate κρύβει -ή αποκαλύπτει, αναλόγως της οπτικής γωνίας- ένα βαθύτερο πρόβλημα: η ΕΕ έχει υπερβολικά πολλούς προέδρους και οι πρόεδροι αυτοί έχουν υπερβολικά πολλές διαμάχες σχετικά με την πρωτοκαθεδρία στην ευρωπαϊκή ιεραρχία. Από αυτήν την άποψη, το επεισόδιο στην Άγκυρα ήταν απλώς η άσχημη κορύφωση μιας σκληρής διελκυστίνδας  με επίδικο το ποιος θα έχει το προνόμιο να εκπροσωπεί την ΕΕ στην παγκόσμια σκηνή -με άλλα λόγια, ποιος θα σηκώνει το τηλέφωνο όταν ο Χένρι Κίσινγκερ επιθυμεί να μιλήσει με την Ευρώπη.

Τυπικά μιλώντας, η ΕΕ δεν έχει ούτε έναν, ούτε δυο αλλά τρεις διεθνείς εκπροσώπους: τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής -μάλιστα ισότιμους ιεραρχικά- και τον ύπατο εκπρόσωπο για θέματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας, ένα πόστο με, αν μη τι άλλο, εντυπωσιακό τίτλο αλλά αμφισβητήσιμο περιεχόμενο που κατέχει ο Ισπανός Ζοσέπ Μπορέλ. Παρεμπιπτόντως, ο τελευταίος δεν είχε αποφύγει και ο ίδιος μια ταπεινωτική συμπεριφορά από τον Ρώσο υπουργό εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ κατά την επίσκεψή του στη Μόσχα, γεγονός που θα έβαζε έναν τρίτο παρατηρητή σε σκέψεις για το εάν αυτή η στάση δύο μεγάλων ευρασιατικών κρατών με παρόμοια πολιτικά καθεστώτα και με προβληματικές σχέσεις με την ΕΕ απέναντι στους θεσμικούς εκπροσώπους της τελευταίας είναι σύμπτωση.

Σε κάθε περίπτωση, η διαμάχη μεταξύ Μισέλ και φον ντερ Λάιεν (ή αντιστρόφως) για την επίζηλη θέση του primus inter pares ξεκίνησε ουσιαστικά με την ανάληψη των καθηκόντων τους. Δεν είναι, δε, άσχετη ούτε με την προσωπικότητα των δύο πρωταγωνιστών, ούτε με την πολιτική τους σταδιοδρομία. Από τη μία πλευρά, η φον ντερ Λάιεν είναι γόνος της γερμανικής αριστοκρατίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αντίληψη που έχει διαμορφώσει περί των προνομίων της, τα οποία θεωρεί δεδομένα. Εν τούτοις, είναι πολύ δύσκολο να αποδιώξει από πάνω της την εικόνα της προστατευόμενης της Γερμανίδας καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ, ως υφιστάμενη της οποίας υπηρέτησε για χρόνια. Ως υπουργός άμυνας της Γερμανίας, η θητεία της κρίθηκε κάθε άλλο παρά επιτυχημένη, χωρίς να λείπουν οι σκιές σκανδάλων. Ανέλαβε την ηγεσία της Επιτροπής μέσα από έναν πολιτικό συμβιβασμό μεταξύ της Μέρκελ και του Μακρόν και μόνο αφού θεωρήθηκε (και ορθώς) πολιτικά αδύνατον να αναλάβει αυτό το πόστο ο επίσημος υποψήφιος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, Μάνφρεντ Βέμπερ.

Ως πρώτη γυναίκα πρόεδρος της Επιτροπής, και χωρίς να έχει προηγουμένως υπηρετήσει ως αρχηγός κυβέρνησης, εξαρχής δεν έκρυψε τη φιλοδοξία της να ηγηθεί μιας «γεωπολιτικής Επιτροπής» που θα ενίσχυε το παγκόσμιο κύρος της ΕΕ. Ωστόσο, το πιθανότερο είναι ότι, αν θα τη θυμούνται για κάτι, αυτό θα είναι η αποτυχία της ΕΕ στο ζήτημα της διαχείρισης της πανδημίας Covid, ιδίως σε ό,τι αφορά την εκστρατεία εμβολιασμού. Μια αποτυχία που, πέρα από το προφανές και τραγικό κόστος σε ανθρώπινες ζωές, προοιωνίζεται πολύ δυσάρεστες εξελίξεις για τις προοπτικές οικονομικής ανάκαμψης της ευρωζώνης: ενώ οι εμπορικοί ανταγωνιστές της ΕΕ έχουν  ήδη επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, η τελευταία παραμένει καθηλωμένη σε μια αναιμική στασιμότητα ή ακόμα και ύφεση, λόγω των παρατεταμένων lockdown που με τη σειρά τους οφείλονται στους υπερβολικά αργούς ρυθμούς εμβολιασμού των ευρωπαϊκών πληθυσμών. Στην παγκόσμια κούρσα για την οικονομική κυριαρχία στην μετά-Covid εποχή, η Ευρώπη έρχεται τελευταία. Η πολιτική ευθύνη αυτής της αποτυχίας, ασφαλώς, δεν ανήκει μόνο στην φον ντερ Λάιεν και θα ήταν άδικο -και ανακριβές- να θεωρηθεί κάτι τέτοιο. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν της αναλογεί σημαντικό μερίδιο της ευθύνης, δεδομένου ότι η Επιτροπή ήταν αυτή που ανέλαβε το έργο του συντονισμού των ευρωπαϊκών εμβολιασμών και, τέλος πάντων, κανείς ποτέ δεν είπε ότι η πολιτική είναι δίκαιο παιχνίδι. Προς υπεράσπισή της, η πρόεδρος της Επιτροπής θα μπορούσε να επικαλεστεί το ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης. Ωστόσο, αφενός αυτό ήταν το τελικό προϊόν μιας γαλλογερμανικής πολιτικής πρωτοβουλίας και ενός διακυβερνητικού συμβιβασμού, αφετέρου είναι εξαιρετικά αμφίβολο εάν θα έχει κάποια σημαντική επίδραση στις προοπτικές ανάρρωσης των ευρωπαϊκών οικονομιών, ιδίως αν λάβει κανείς υπόψη το αληθινά κολοσσιαίο αντίστοιχο αμερικανικό πρόγραμμα, μπροστά στο οποίο το ευρωπαϊκό φαντάζει αναιμικό.

Από την πλευρά του, ο Σαρλ Μισέλ, γιος του Βέλγου πολιτικού Λουί Μισέλ, ο οποίος είχε υπηρετήσει ως υπουργός εξωτερικών της χώρας του και στη συνέχεια ως Ευρωπαίος Επίτροπος και ευρωβουλευτής επί σειρά ετών, έγινε πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου έπειτα από μια όχι ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη πενταετή θητεία ως πρωθυπουργός του Βελγίου. Μη όντας ικανοποιημένος με μια θέση που, στην ουσία, δεν είναι κάτι περισσότερο από υπεύθυνη για τη σύγκληση των συνόδων κορυφής των Ευρωπαίων ηγετών, οι οποίοι και λαμβάνουν τις πραγματικές αποφάσεις, ο Μισέλ γρήγορα έδειξε ότι είχε τις δικές του ιδέες και τα δικά του σχέδια για την εκπροσώπηση της ΕΕ στο διεθνές στερέωμα, σε αντίθεση με τον αδιάφορο προκάτοχό του, Ντόναλντ Τουσκ, πολύ δε περισσότερο με τον, κατά κοινή ομολογία, νυσταλέο συμπατριώτη του, Χέρμαν βαν Ρομπέι, που ήταν και ο πρώτος σε αυτή τη θέση. Περαιτέρω, εάν η φον ντερ Λάιεν είναι η εκλεκτή της Μέρκελ, η Μισέλ θεωρείται ως ο εκλεκτός του Εμανουέλ Μακρόν. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο προέδρων-proxies των δύο μεγάλων δυνάμεων της ΕΕ για τα πρωτεία φαινόταν εξ αρχής αναπόφευκτος. Είναι κι αυτό ένα απότοκο της επιλογής δύο μέτριων, στην καλύτερη περίπτωση, πολιτικών για τις κορυφαίες θέσεις της ΕΕ, με στόχο να παραμείνει αυτή υπόλογη στις εθνικές πρωτεύουσες.

Όλα αυτά επιβεβαιώνουν την εικόνα μιας Ευρώπης αδύναμης και σε βαθιά παρακμή. Μιας Ευρώπης που ομφαλοσκοπεί και περί άλλων τυρβάζει, καθώς την προσπερνούν οι κοσμογονικές εξελίξεις που ήδη διαμορφώνουν τον κόσμο του 21ου αιώνα ερήμην της. Οι εταίροι και οι ανταγωνιστές της -έννοιες που δεν αποκλείουν η μία την άλλη- το αντιλαμβάνονται αυτό. Τρεις πρόεδροι δεν χωρούν σε ένα δωμάτιο, θα έλεγε κανείς. Ωστόσο, δεδομένης της εγγενώς ελαττωματικής δομής της ΕΕ, ο συνωστισμός προέδρων δεν ήταν κάτι που μπορούσε να αποφευχθεί. Στην Άγκυρα, κάποια κρίσιμα ζητήματα που συζητήθηκαν εμπίπτουν σε τομείς πολιτικής υπό την αρμοδιότητα της Επιτροπής, όπως η τελωνειακή ένωση, άλλα όμως άπτονται συνολικά των σχέσεων της ΕΕ με την Τουρκία, λόγου χάρη το προσφυγικό-μεταναστευτικό, όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται από τις συνόδους των 27 αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων, τις οποίες καλώς ή κακώς διευθύνει ο Μισέλ. Για μια περίσταση όπου υποτίθεται το ζητούμενο ήταν να δοθεί στην Τουρκία το μήνυμα μιας Ευρώπης ενωμένης και ισχυρής, ικανής και πρόθυμης να δράσει δυναμικά στην παγκόσμια σκηνή, η αποτυχία ήταν πραγματικά εντυπωσιακή. Ήταν αυτό σκόπιμο από την πλευρά των Τούρκων; Πιθανόν. Εάν ήταν, πάντως, η προσβολή δεν απευθυνόταν τόσο στην ίδια την φον ντερ Λάιεν, αλλά στην ΕΕ συνολικά: η  θηλυπρεπής και αδύναμη Ευρώπη μπήκε στη θέση που της αρμόζει από τον ισχυρό άνδρα-ηγέτη Ερντογάν. Ανεξάρτητα από τις τουρκικές προθέσεις, όμως, η χρήση του περιστατικού από τους δύο πρωταγωνιστές στο πλαίσιο της μεταξύ τους διαμάχης για το ποιος θα αποκτήσει το θεσμικό πλεονέκτημα έναντι του άλλου ήταν δική τους επιλογή και έκανε την ΕΕ να φαίνεται το λιγότερο δυσλειτουργική. Το πιθανότερο είναι ότι εάν επαναλαμβανόταν το σκηνικό της Άγκυρας σήμερα, θα υπήρχαν δύο πολυθρόνες εκατέρωθεν του Τούρκου προέδρου (με τον ενδεχόμενο κίνδυνο, όμως, να προκύψει νέο ζήτημα για το ποιος θα καθόταν εκ δεξιών και ποιος εξ ευώνυμων). Μπορεί, όμως, κανείς να φανταστεί τους Τούρκους διπλωμάτες να μειδιούν ειρωνικά κάτω από τα μουστάκια τους (κυριολεκτικά), ανταλλάσσοντας βλέμματα με νόημα.