Η αποχώρηση της Christine Lagarde από την ηγεσία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου έπειτα από οκτώ χρόνια με σκοπό την ανάληψη αυτής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σηματοδοτεί ένα τέλος εποχής για το διεθνή οργανισμό.

Μιας εποχής που σημαδεύτηκε από τη συμμετοχή του ΔΝΤ στη διαχείριση της κρίσης της Ευρωζώνης, αλλά και από την έναρξη μιας σειράς σημαντικών αλλαγών τόσο στο εσωτερικό του Ταμείου, όσο στην ατζέντα και την οικονομική σκέψη του.

H μελέτη εξετάζει την εμπλοκή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην ευρω-κρίση. Από τη σκοπιά του ΔΝΤ ως διεθνούς θεσμού αναλύει τα δεδομένα γύρω από τους λόγους που ώθησαν το Ταμείο να εμπλακεί σε μία πρωτόγνωρη γι’ αυτό θεσμική κατάσταση με πολιτικές προεκτάσεις. Δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στην περίπτωση της Ελλάδας, καθώς ήταν η πρώτη χώρα που βρέθηκε σε ανάγκη χρηματοδοτικής στήριξης – ακολούθησαν Ιρλανδία, Πορτογαλία και Κύπρος – ενώ ήταν και η τελευταία η οποία βγήκε από Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Προσαρμογής, αν και το τρίτο και τελευταίο εξ αυτών διαμορφώθηκε χωρίς τη χρηματοδοτική συμμετοχή του ΔΝΤ.

Με αφορμή τα δεδομένα γύρω από την εμπειρία του Ταμείου στην κρίση της νομισματικής ένωσης, που ανέδειξαν επί της ουσίας τις δομικές και θεσμικές της ελλείψεις, η μελέτη προχωρά σε συμπεράσματα σχετικά με την αλλαγή των εσωτερικών συσχετισμών στο Ταμείο.

Συγκεκριμένα, παρατίθενται οι νέες στρατηγικές του ΔΝΤ τόσο σχετικά με τη συμμετοχή σε συνεργατικά σχήματα με περιφερειακούς θεσμούς όσο και με την παρέμβασή του σε διαχείριση κρίσεων που υπερβαίνουν μία χώρα, δηλαδή σε νομισματικές ενώσεις, που θέτουν ξεκάθαρους όρους συνεργασίας, με στόχο την οριοθέτηση του ρόλου του Ταμείου και την εξασφάλιση της προώθησης των πολιτικών που προβλέπει. Γίνεται μνεία, ακόμη, στις αλλαγές που προκλήθηκαν στην ατζέντα του διεθνούς οργανισμού μετά τη συμμετοχή του στην ευρω-κρίση με κύριo χαρακτηριστικό την εισαγωγή περαιτέρω στοιχείων κοινωνικής διάστασης και πιο συγκεκριμένα, τη στροφή σε τομείς πολιτικής με κοινωνικό πρόσημο (ανισότητες, φύλο, Στόχοι Βιώσιμης Ανάπτυξης ΟΗΕ).

 

* Μελέτη του

Βαγγέλη Βιτζηλαίου, Συντονιστή Ομάδας Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του ΕΝΑ