Από τη δεκαετία του 1990 η διαφθορά και η καταπολέμησή της βρίσκονται ψηλά στην ατζέντα θεσμών της παγκόσμιας οικονομίας και μη κυβερνητικών οργανώσεων, αποτελώντας αντικείμενο σειράς διεθνών συμβάσεων που έχουν συναφθεί έκτοτε. Τρεις δεκαετίες αργότερα αποτελούν τη βασική ύλη πλείστων κωδίκων δεοντολογίας και διεθνών συστάσεων.

Έχουν εκπονηθεί και υλοποιηθεί εκατοντάδες προγράμματα τεχνικής βοήθειας για την εφαρμογή πολιτικών κατά της διαφθοράς ανά τον κόσμο, χωρίς ωστόσο οι δραστηριότητες αυτής της «βιομηχανίας αντι-διαφθοράς» να έχουν παραγάγει μετρήσιμα αποτελέσματα ή να έχουν οδηγήσει σε αισθητό μετριασμό του φαινομένου.

Στην Ελλάδα η διαφθορά και η εξάλειψή της βρίσκονται στο επίκεντρο της καθημερινής πολιτικής αντιπαράθεσης μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης. Ωστόσο, σε αντίθεση με άλλα πεδία πολιτικής, όπως π.χ. οι σχέσεις κράτους/Εκκλησίας, η αγορά εργασίας ή το κοινωνικό κράτος, η αντιπαράθεση γύρω από το θέμα της διαφθοράς δεν διεξάγεται ως σύγκρουση διαφορετικών πολιτικών σχεδίων για την αντιμετώπιση του προβλήματος αλλά ως δίκη προθέσεων, με την επίκληση ηθικών αξιολογικών κρίσεων γύρω από το ερώτημα «ποια πολιτική δύναμη είναι διεφθαρμένη;».

Η απουσία ιδεολογικής αντιπαράθεσης γύρω από τις πολιτικές για την αντιμετώπιση της διαφθοράς εγείρει ερωτήματα, καθώς έχει ως λογική ακολουθία ότι οι μέθοδοι και οι πολιτικές καταπολέμησης και πρόληψης της διαφθοράς στερούνται ιδεολογικοπολιτικής ταυτότητας.

Δεδομένου ότι οι πολιτικές καταπολέμησης της διαφθοράς που προωθούνται από τη «βιομηχανία της αντι-διαφθοράς» διαπνέονται από τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη για το κράτος, την κοινωνία και την οικονομία, η διαμόρφωση μιας προοδευτικής πολιτικής πρότασης για το μετριασμό του φαινομένου συνιστά αναπόσπαστο κομμάτι της γενικότερης πολιτικής διαμάχης για την υπέρβαση του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος στην Ευρώπη και στον κόσμο.

 

* Μελέτη της 

Χάριτος Τριανταφυλλίδου, Πολιτικής Επιστήμονα