To Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ, σε συνεργασία με την εταιρεία Prorata, διεξήγαγε μεγάλη πανελλαδική κοινωνική έρευνα για τους όρους και την ποιότητα ζωής σήμερα, εγκαινιάζοντας ένα νέο ερευνητικό εγχείρημα.

Ποια συναισθήματα κυριαρχούν; Ποια είναι η αντίληψη για την ποιότητα ζωής; Επαρκεί το διαθέσιμο εισόδημα; Πόσο «ακριβή» είναι η στέγη; Είναι εφικτή η αποταμίευση και πόσοι καταφεύγουν στο δανεισμό για τα «βασικά έξοδα»; Υπάρχει η δυνατότητα για διακοπές και ψυχαγωγία; Πώς αξιολογούνται τα μέτρα κυβερνητικής στήριξης;

Με αυτά τα ερωτήματα-βασικούς πυλώνες της έρευνας το ΕΝΑ επιχειρεί να συλλέξει πρωτογενές υλικό που θα εντοπίζει τάσεις και θα αναδεικνύει φαινόμενα που χαρακτηρίζουν της συνθήκες ζωής στην Ελλάδα σήμερα. Στο πλαίσιο αυτό και σύμφωνα με την ερευνητική και μελετητική στρατηγική του, το ΕΝΑ θα διεξάγει την έρευνα αυτή σε ετήσια βάση, ώστε να δημιουργηθούν και οι βάσεις δεδομένων που θα επιτρέπουν τη συγκριτική απεικόνιση των ευρημάτων και την εξέλιξή τους στο χρόνο.

Στη συνέχεια αποτυπώνονται τα βασικά ευρήματα της έρευνας, συνοδευόμενα από σύντομο σχολιασμό τους*.

→ Ανάλυση αποτελεσμάτων: Παναγιώτης Σκευοφύλαξ, Γενικός Διευθυντής ΕΝΑ

 

i. Συναισθήματα

Σε ό,τι αφορά το «πώς νιώθετε σήμερα», μεταξύ των ερωτώμενων τα δύο κυρίαρχα συναισθήματα έχουν αρνητική φόρτιση και είναι η απογοήτευση (41%) και ο θυμός (39%). Τα αντίστοιχα θετικά, η ελπίδα και η αισιοδοξία, καταγράφουν χαμηλά ποσοστά, 17% και 15% αντίστοιχα.

i.i. Δημογραφική διάσταση

Σε ό,τι αφορά τη δημογραφική διάσταση των ευρημάτων αυτών, παρατηρούμε ότι τόσο η απογοήτευση όσο και ο θυμός διαπερνούν οριζόντια το κοινωνικό σώμα, αφού δεν εμφανίζονται αξιοσημείωτες αποκλίσεις ούτε σε σχέση με το φύλο ούτε σε σχέση με την ηλικία.

Εκείνο που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως εύρημα είναι ότι, ως προς τα θετικά συναισθήματα, τις υψηλότερες τιμές για την ελπίδα (23%) και την αισιοδοξία (19%) τις συναντάμε στα άτομα άνω των 55 ετών και τις χαμηλότερες -7% και 11% αντίστοιχα- στα άτομα μεταξύ 17-34. Αυτή η αντίστροφη της αναμενόμενης συνθήκη, με την έννοια ότι αναμένεται τα άτομα νεαρότερης ηλικίας, που «έχουν τη ζωή μπροστά τους», να εμφορούνται από περισσότερο θετικά συναισθήματα έναντι εκείνων που βρίσκονται σε μεγαλύτερη ηλικία, ενδεχομένως έχει οντολογική αλλά και υλική εξήγηση. Ως προς την πρώτη, την οντολογική, ίσως οι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας είναι πιο «συμβιβασμένοι» με τις προσδοκίες τους, έχοντας πιο περιορισμένο ορίζοντα αυτών, ως εκ τούτου εμφανίζονται περισσότεροι αισιόδοξοι και εμφορούμενοι από ελπίδα. Αντίθετα, οι νεότερες ηλικίες, με ευρύ ορίζοντα προσδοκιών, αισθάνονται πιο «ασφυκτικά», άρα κινητοποιούνται σε αυτές πιο αρνητικά συναισθήματα. Ως προς τη δεύτερη, την υλική, ίσως παρατηρούμε αυτό που εντοπίζεται και αλλού, ότι δηλαδή οι άνθρωποι άνω των 55 ετών, μεγάλη μερίδα των οποίων είτε είναι συνταξιούχοι (άρα, έχουν ένα σταθερό -μεγαλύτερο ή μικρότερο- εισόδημα), είτε είναι ενεργοί οικονομικά, αλλά -περισσότερο ή λιγότερο- «εδραιωμένοι», απολαμβάνουν πιο ευνοϊκές -ή έστω πιο σταθερές- οικονομικές συνθήκες έναντι όσων ηλικιακά «τώρα» ξεκινούν στην αγορά εργασίας ή δεν έχουν σταθεροποιηθεί επαγγελματικά και είτε δεν διαβλέπουν θετικές προοπτικές είτε δεν είναι ικανοποιημένοι από την τρέχουσα επαγγελματική κατάστασή τους.

i.ii Επαγγελματική διάσταση

Είναι, μάλιστα, χαρακτηριστικό ότι, όταν τα συναισθήματα συσχετίζονται με την επαγγελματική κατάσταση/κατάσταση απασχόλησης, τις υψηλότερες τιμές ελπίδας και αισιοδοξίας τις συναντούμε στους συνταξιούχους, 25% και 22% αντίστοιχα.

Τις υψηλότερες τιμές απογοήτευσης και απελπισίας τις συναντούμε στους άνεργους, με 52% και 37% αντίστοιχα.

Και ενώ μεταξύ μισθωτών του Δημοσίου, μισθωτών του ιδιωτικού τομέα και ελεύθερων επαγγελματιών δεν εντοπίζονται αξιοσημείωτες αποκλίσεις σε ό,τι αφορά την απογοήτευση (45%, 45% και 42% αντίστοιχα), δηλαδή ένα συναίσθημα που σχετίζεται με την παρούσα συνθήκη, σε ό,τι αφορά τον θυμό, εντοπίζουμε την υψηλότερη τιμή στους μισθωτούς του Δημοσίου (48%), ενώ για τους συνταξιούχους ο θυμός δίνει την υψηλότερη τιμή αρνητικού συναισθήματος (38%). Το εύρημα αυτό ενδεχομένως να σχετίζεται με την «έκπτωση» που υπέστησαν οι δύο αυτές κατηγορίες στα χρόνια της οικονομικής κρίσης και μετά, όταν είδαν μια «εδραιωμένη» και σταθερή για εκείνες συνθήκη, κυρίως εισοδηματική, να ανατρέπεται αιφνίδια, εξαιτίας διαδοχικών περικοπών των απολαβών τους. Ο θυμός εμφανίζεται ισχυρός και στους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα (33%) και στους επαγγελματίες (33% και 39%), σε χαμηλότερες όμως τιμές από την απογοήτευση, φαινόμενο που ίσως σχετίζεται με την ούτως ή άλλως διαχρονικά λιγότερο σταθερή συνθήκη των επαγγελμάτων αυτών, που προκαλεί αυτό το συναίσθημα.

i.iii Κοινωνική/εισοδηματική διάσταση

Σε ό,τι αφορά όμως την κοινωνική/εισοδηματική διάσταση, παρατηρούμε ότι οι υψηλότερες τιμές των αρνητικών συναισθημάτων εντοπίζονται στις χαμηλότερες εισοδηματικές κλίμακες, ενώ οι θετικές στις υψηλότερες. Έτσι, η απογοήτευση δίνει τις υψηλότερες τιμές της στα εισοδήματα έως 7.000 ευρώ/έτος (43%) και στα 7.001-16.000 ευρώ/έτος (50%). Αντίστοιχα, η ελπίδα (29%) και η αισιοδοξία (23%) δίνουν τις υψηλότερες τιμές τους στα εισοδήματα άνω των 30.000 ευρώ/έτος. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα εισοδήματα έως 7.000 ευρώ/έτος και από 7.001-16.000 ευρώ/έτος η ελπίδα απαντάται μόνο σε ποσοστό 10% και η αισιοδοξία σε ποσοστά 13% και 10% αντίστοιχα. Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι η θετικότητα ή η αρνητικότητα των συναισθημάτων, καίτοι συνολικά τα αρνητικά κυριαρχούν των θετικών, συναρτάται σημαντικά προς το εισόδημα.

ii. Ποιότητα ζωής

Σε ό,τι αφορά την ποιότητα ζωής, οι θετικές απαντήσεις [ισορροπημένη (5%), ανεκτή (10%) και ικανοποιητική (11%)], που αθροίζουν 26%, υστερούν κατά πολύ των αρνητικών [ασφυκτική (35%) και πιεστική (37%)], που αθροίζουν 72%.

ii.i Δημογραφική και ιδεολογική διάσταση

Όταν διαβάζουμε τις απαντήσεις ως προς την ποιότητα ζωής σε σχέση με τα κοινωνικοδημογραφικά χαρακτηριστικά των ερωτώμενων, τότε διαπιστώνουμε ότι οι υψηλότερες τιμές για την «ασφυκτική» ζωή δίνονται στις ηλικίες 17-34 (46%) και 35-44 (34%), όπως και για την «πιεστική» ζωή (43% και 40% αντίστοιχα). Αντίθετα, οι υψηλότερες τιμές για την «ισορροπημένη» και την «ικανοποιητική» ζωή απαντώνται στις ηλικίες 55+ (6% και 17% αντίστοιχα). Άρα, παρατηρούμε και εδώ, όπως και στο επίπεδο των συναισθημάτων, διαφοροποίηση σε σχέση με την ηλικία, με τις ηλικίες 55+ να στέκονται ευμενέστερα ως προς τους όρους ζωής τους.

Παράλληλα με την ηλικιακή διάσταση, που, όσο μικρότερες είναι οι ηλικίες, τόσο μεγαλύτερες οι αρνητικές στάσεις, και όσο μεγαλύτερες, τόσο πιο θετικές, έντονη συσχέτιση παρουσιάζουν οι απαντήσεις με την πολιτική αυτοτοποθέτηση. Εδώ το μοτίβο διαμορφώνεται ως εξής: όσο κινούμαστε από τα δεξιά στα αριστερά, τόσο μεγαλώνουν οι αρνητικές στάσεις και όσο κινούμαστε από τα αριστερά στα δεξιά, τόσο αυξάνονται οι αντίστοιχες θετικές — αν και συνολικά οι θετικές στάσεις (βλ. «ισορροπημένη», «ικανοποιητική» κ.ά.) δεν εμφανίζονται πλειονοτικές ούτε στην Κεντροδεξιά/Δεξιά ούτε στην Κεντροαριστερά/Αριστερά. Για παράδειγμα, η υψηλότερη τιμή για την «ασφυκτική» ζωή απαντάται στους αριστερούς (61%) και η υψηλότερη για την «πιεστική» ζωή στους κεντροαριστερούς (47%). Αντίστροφα, η υψηλότερη τιμή της «ισορροπημένης» ζωής εντοπίζεται στους δεξιούς (12%), όπως και της ικανοποιητικής (24%).

ii.ii Κοινωνική/εισοδηματική διάσταση

Ομόρροπη κίνηση με την ιδεολογική παρουσιάζει και η εισοδηματική σε ό,τι αφορά την ποιότητα ζωής. Έτσι λοιπόν, και εδώ το μοτίβο είναι αντίστοιχο, καθώς οι υψηλότερες τιμές για την «ασφυκτική» ζωή δίνονται στα εισοδήματα έως 7.000 ευρώ/έτος (44%) και 7.001-16.000 ευρώ/έτος (41%), όπως και για την «πιεστική» (37% και 41% αντίστοιχα). Αντίστροφα, οι υψηλότερες τιμές για την «ισορροπημένη» εντοπίζονται στα εισοδήματα 16.001-30.000 και πάνω από 30.00 (7% στην καθεμία), όπως και για την «ικανοποιητική» (14% και 20%) αντίστοιχα.

Σύμφωνα λοιπόν με αυτά τα ευρήματα, η αίσθηση για την ποιότητα ζωής εμφανίζει έντονη συσχέτιση με την εισοδηματική κατάσταση των ερωτώμενων.

iii. Εισόδημα

Σε ό,τι αφορά την ικανοποίηση των εργαζομένων από τις αποδοχές του, η πλειονότητα (53%) εμφανίζεται δυσαρεστημένη/πολύ δυσαρεστημένη. Το 26% εμφανίζεται ούτε δυσαρεστημένο/ούτε ευχαριστημένο, ενώ ένα μόλις 16% εμφανίζεται πολύ ικανοποιημένο.

Και εδώ η ηλικία συνιστά αξιοσημείωτο παράγοντα, αφού η υψηλότερη τιμή «δυσαρέσκειας» εντοπίζεται στους 17-34 (54%) και η υψηλότερη τιμή «ικανοποίησης» στους 55+ (17%), παρότι σε όλες τις ηλικιακές κατηγορίες η «δυσαρέσκεια» εμφανίζει σημαντικά υψηλότερες τιμές. Όμως και πάλι παρατηρούμε ότι, ενώ στις ηλικίες 17-34 και 35-54 η «δυσαρέσκεια» συγκεντρώνει τιμές άνω του 50% (54% και 56% αντίστοιχα), στις 55+ εμφανίζεται οριακά τιμή κάτω του 50% (49%), ενώ στην ίδια ηλικιακή κατηγορία εμφανίζεται η υψηλότερη τιμή «ούτε ευχαριστημένος-η/ούτε δυσαρεστημένος-η» (29%).

Ως προς την αποταμίευση, το 74% των ερωτώμενων δηλώνει ότι δεν αποταμιεύει, ενώ το 24% το επιτυγχάνει.

Το 46% δηλώνει ότι έχει καταφύγει σε δανεισμό το 2022 για να καλύψει προσωπικά έξοδα και λογαριασμούς, ενώ το 53% ότι δεν έχει δανειστεί.

Σύμφωνα με την περαιτέρω ανάλυση, οι άνεργοι, μακράν των υπολοίπων, έχουν καταφύγει σε δανεισμό (45%), ενώ μεταξύ όσων δανείστηκαν και είναι οικονομικά ενεργοί ή έχουν σταθερό εισόδημα (συνταξιούχοι) τις υψηλότερες τιμές τις εντοπίζουμε στους μισθωτούς του Δημοσίου (19%) και μετά σε εκείνους του ιδιωτικού τομέα (17%).

iv. Μέτρα κυβερνητικής στήριξης

Σε σχέση με τα μέτρα κυβερνητικής στήριξης κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο, που κυριαρχείται από την πληθωριστική έξαρση και την ενεργειακή κρίση, το 67% των ερωτώμενων δηλώνει ότι αυτά «δεν με έχουν βοηθήσει καθόλου», το 21% ότι «με έχουν βοηθήσει, αλλά δεν επαρκούν» και μόλις το 8%  ότι «με έχουν βοηθήσει πολύ».

Οι υψηλότερες τιμές «μη βοήθειας» εντοπίζονται στους μισθωτούς (75% για αυτούς του Δημοσίου και 74% για εκείνους του ιδιωτικού τομέα).

Η υψηλότερη τιμή «βοήθειας, αν και «μη επαρκούς», εντοπίζεται στους ανέργους, ενώ η υψηλότερη τιμή «με έχουν βοηθήσει πολύ» σε συνταξιούχους (13%) και ελεύθερους επαγγελματίες (11%).

Τα παραπάνω μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, αν και τα μέτρα στήριξης πλειονοτικά θεωρείται ότι δεν έχουν βοηθήσει (αυτή η απάντηση ξεπερνά το 60% σε κάθε επαγγελματική κατηγορία), εντούτοις μοιάζει να μην έχουν «ακουμπήσει» καθόλου τους μισθωτούς, να έχουν ωφελήσει τους ανέργους, αλλά σε βαθμό υποδεέστερο των αναγκών τους, και, τέλος, να έχουν πιο θετικό αντίκτυπο σε συνταξιούχους και επαγγελματίες, δύο κατηγορίες βέβαια που χαρακτηρίζονται περισσότερο από τις διαφορές παρά από τις ομοιότητές τους.

Αντίστοιχα αρνητική στάση παρατηρείται για τα μέτρα στήριξης για την ενεργειακή κρίση (power pass, fuel pass κ.λπ.), τα οποία στην ερώτηση αν «ικανοποιούν τις ανάγκες του πληθυσμού» αξιολογείται ότι δεν το επιτυγχάνουν («σίγουρα/μάλλον όχι») σε ποσοστό 71%, με το 28% να θεωρεί ότι το επιτυγχάνουν («σίγουρα/μάλλον ναι»).

Και εδώ η ιδεολογική διάσταση εμφανίζεται καθοριστική, καθώς μόνο μεταξύ των κεντροδεξιών (53%) και των δεξιών (52%) τα μέτρα μοιάζουν ικανοποιητικά κατά πλειονότητα -με τιμές που είναι και οι υψηλότερες σχετικές-, ενώ για τους αριστερούς, τους κεντροαριστερούς και τους κεντρώους τα μέτρα «σίγουρα/μάλλον» δεν ικανοποιούν τις δεδομένες ανάγκες σε ποσοστά 99%, 89% και 70% αντίστοιχα.

Άρα, όσο κινούμαστε από τα αριστερά στα δεξιά, αυξάνει η ικανοποίηση -παρότι το «σίγουρα/μάλλον όχι» εμφανίζει υψηλές τιμές και σε κεντροδεξιούς (46%) και δεξιούς (47%)- και όσο κινούμαστε από τα δεξιά στα αριστερά, αυξάνεται η μη ικανοποίηση.

v. Στέγη

Η ιδιοκατοίκηση εμφανίζει σαφώς πλειονοτικό χαρακτήρα, αφού σε ιδιόκτητο σπίτι διαμένει το 62% των ερωτώμενων. Ένα ποσοστό πάντως που, αν και χρειάζονται περισσότερες διασταυρώσεις από σχετικές πηγές δεδομένων, εμφανίζεται να υπολείπεται των εξαιρετικά υψηλών ποσοστών ιδιοκατοίκησης του παρελθόντος ή της αίσθησης για το μέγεθος αυτών των ποσοστών.

Το 25% όμως πληρώνει ενοίκιο και για το 70% αυτών το κόστος ενοικίου μοιάζει υψηλό σε σχέση με τα εισοδήματά του.

Σε ό,τι αφορά τα κοινωνικοδημογραφικά χαρακτηριστικά της ιδιοκατοίκησης ή της μίσθωσης, τα υψηλότερα ποσοστά ιδιοκατοίκησης εμφανίζονται στις ηλικίες 55+, ενώ τα υψηλότερα ενοικίασης στις ηλικίες 17-34.

Ως προς το επάγγελμα, οι χαμηλότερες τιμές ιδιοκατοίκησης εντοπίζονται στους μισθωτούς τους ιδιωτικού τομέα (53%) και οι υψηλότερες μίσθωσης ακινήτου στους ίδιους πάλι (33%).

Παρατηρούμε λοιπόν ότι, όσο αυξάνεται η ηλικία, αλλά και όσο σταθερότερη είναι η εισοδηματική πηγή (μισθωτοί Δημοσίου, συνταξιούχοι), τόσο αυξάνονται τα ποσοστά ιδιοκατοίκησης, ενώ, όσο χαμηλώνει ο ηλικιακός πήχης και εντείνεται η εισοδηματική αβεβαιότητα (μισθωτοί ιδιωτικού τομέα), τόσο αυξάνονται τα ποσοστά της πληρωμής ενοικίου.

Ενδιαφέρον εύρημα είναι ότι για το 55% των ερωτώμενων «σίγουρα/μάλλον» δεν είναι επαρκή τα στεγαστικά μέτρα που πρόσφατα ανακοίνωσε η κυβέρνηση, ενώ, ειδικά μεταξύ των ηλικιακών κατηγοριών 17-34 και 35-53, που εμφανίζουν τα υψηλότερα ποσοστά μίσθωσης ακινήτου, το ποσοστό αυτό διαμορφώνεται σε 65% και 60% αντίστοιχα.

Αντίθετα, τα εν λόγω μέτρα θεωρείται ότι «σίγουρα/μάλλον» είναι επαρκή σε μεγαλύτερο βαθμό από τους άνω των 55+ (40%), οι οποίοι είδαμε ότι εμφανίζουν το μικρότερο ποσοστό μίσθωσης, καθώς παρουσιάζουν υψηλά ποσοστά ιδιοκατοίκησης.

Μεταξύ όσων ιδιοκατοικούν, το 69% δεν αποπληρώνει αυτή την περίοδο στεγαστικό δάνειο, ενώ το 31% αποπληρώνει.

vi. Διακοπές και ψυχαγωγία

Σύμφωνα με την έρευνα, το 50% των ερωτώμενων δεν κατάφερε να κάνει διακοπές το καλοκαίρι του 2022.

Μεταξύ όσων δεν έκαναν διακοπές, τις υψηλότερες τιμές δίνουν σε επίπεδο ηλικίας οι 35-54 (52%), δηλαδή οι καθ’ υπόθεση «παραγωγικές ηλικίες», σε επίπεδο επαγγελματικής κατάστασης οι άνεργοι (78%) και σε επίπεδο τόπου διαμονής οι μη διαμένοντες στην Αθήνα (60%).

Ανάμεσα σε όσους είναι οικονομικά ενεργοί, το 47% των μισθωτών του Δημοσίου, το 43% των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα και το 47% των επαγγελματιών δεν πήγαν διακοπές, εύρημα που δείχνει ότι σχεδόν ½ έχοντες εργασία και -μεγαλύτερο ή μικρότερο- εισόδημα δεν είχαν τη δυνατότητα για διακοπές το περασμένο καλοκαίρι.

Το 71% δηλώνει ότι δεν έχει την εισοδηματική δυνατότητα για ψυχαγωγία και για τις δραστηριότητες που θα επιθυμούσε. Μάλιστα, το 67% δηλώνει ότι σε σχέση με το 2019 έχει περιορίσει το budget του για ψυχαγωγία εκτός σπιτιού. Παρατηρούμε λοιπόν ότι η συντριπτική πλειονότητα των ερωτώμενων εμφανίζει «αδυναμία» να ικανοποιεί ανάγκες ψυχαγωγίας και δραστηριοτήτων που θα θεωρούσε «επιθυμητές».


[Όλη η έρευνα σε διαφάνειες]

 

* Τον γενικό σχολιασμό, τις επόμενες ημέρες, θα ακολουθήσουν θεματικές αναλύσεις των ευρημάτων της έρευνας από την Ομάδα Κοινωνικών Εξελίξεων και συνεργάτες/ιδες του ΕΝΑ