Η περίοδος μετά την ολοκλήρωση του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής χαρακτηρίζεται από τη συνεχιζόμενη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και από τη διατήρηση των καλών δημοσιονομικών επιδόσεων, συμβάλλοντας στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης προς την ασκούμενη οικονομική πολιτική.

Η ελληνική οικονομία καταγράφει ρυθμό αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ 2,1% έναντι 1,2% κατά το αντίστοιχο εννεάμηνο του 2017. Κινητήριος δύναμη της μεγέθυνσης της οικονομίας από τη μεριά της ζήτησης αναδείχθηκαν οι εξαγωγές και η ιδιωτική κατανάλωση, έπειτα από μακρά περίοδο στασιμότητας, η οποία οφείλεται στην αύξηση της απασχόλησης και του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος.

Οι επενδύσεις αναμένεται να κερδίσουν έδαφος καθώς οι συνθήκες χρηματοδότησης της οικονομίας βελτιώνονται.

Η αύξηση των εισοδημάτων μέσω της αύξησης του κατώτατου και κατάργησης του υπο-κατώτατου μισθού παράλληλα με την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους μπορούν αφενός να δώσουν ώθηση στην εσωτερική ζήτηση αφετέρου να καταστίσουν πιο περιεκτική την ανάκαμψη της οικονομίας. Παράγοντα αβεβαιότητας αποτελεί η χαμηλή χρηματοδότηση της ιδιωτικής οικονομίας, καθώς αποτελεί τροχοπέδη για την επενδυτική δραστηριότητα.

Σε γεωπολιτικό επίπεδο, η Συμφωνία των Πρεσπών μπορεί να αποτελέσει βάση για τη συνολική αναβάθμιση της θέσης της Ελλάδας, την περαιτέρω ανάπτυξη των σχέσεων και των συνεργειών με τις γειτονικές χώρες, καθώς και παράγοντα ενίσχυσης των επενδύσεων και του εμπορίου σε περιφερειακό επίπεδο.

Ομάδα Οικονομικών και Κοινωνικών Αναλύσεων

Επιστημονικοί Υπεύθυνοι: Αιμ. Μαρσέλλου – Η. Κωσταράκος (ESRI)