Τα τελευταία χρόνια, τόσο σε επίπεδο θεωρίας όσο και πρακτικής, η διεθνής συζήτηση περί επιδίωξης της ευτυχίας βρίσκεται στο επίκεντρο.

Το προηγούμενο έτος παρατηρήσαμε τη συζήτηση περί αυτής να εισχωρεί δυναμικά και στα καθ’ ημάς ως κεντρικό διακύβευμα για την επόμενη εποχή της χώρας. Η ευτυχία ως ατομική εμπειρία καθίσταται κοινή λογική στη δημόσια σφαίρα, κανοναρχεί τις δημόσιες αποφάσεις, αναδεικνύεται σε μέτρο αποτίμησης της κοινωνικής ζωής, συνθηματοποιείται ως συλλογικός στόχος, εμπορευματοποιείται ως προϊόν διαμέσου μιας επαγγελίας προσωπικής βελτίωσης. Η επιδίωξη της ευτυχίας είναι ένας αγώνας αντοχής, στον οποίο οι συναγωνιζόμενοι διαγκωνίζονται για να λάβουν την καλύτερη θέση. Πρέπει να θες να είσαι ευτυχισμένος και να συντονίζεις τις δυνάμεις για την επίτευξη του σκοπού. Η ευτυχία συνιστά την κορύφωση της υποκειμενικής αυτοπραγμάτωσης: βρες εκείνα τα πράγματα στη ζωή σου με τα οποία χαίρεσαι και αγνόησε τα υπόλοιπα· μάθε να είσαι ευτυχισμένος, ακόμα και εάν δεν υπάρχουν οι όροι για να είσαι.

Το ερώτημα, βέβαια, από μια θεωρητική οπτική, είναι το εάν μπορεί να οριστεί με σαφήνεια η έννοια της ευτυχίας, και κατ’ επέκταση να προσδιοριστεί ως πρόταγμα για την κοινωνική και πολιτική ζωή. Στη δυτική φιλοσοφική παράδοση, υπάρχουν, εν γένει, δύο τύποι ευτυχίας. Η πρώτη είναι η λεγόμενη «ευδαιμονική ευημερία», η οποία ξεκινά από τον Αριστοτέλη και την πεποίθησή του ότι η αληθινή ευτυχία πραγματώνεται με την εκπλήρωση μιας ενάρετης ζωής. Σε αυτή τη θεώρηση της ευτυχίας, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως ο απώτερος στόχος είναι η εκπλήρωση της προσωπικής και συλλογικής ανθρώπινης δυνητικότητάς μας. Η ευτυχία είναι προέκταση μιας ηθικής θέασης του βίου, ο οποίος ορίζεται ως συμπύκνωση της ιδέας της αρετής, του πώς δηλαδή εκπληρώνουμε τη δυνητικότητά μας ενάντια στις αντιξοότητες που προβάλλουν ως εμπόδια. Ο δεύτερος τύπος είναι η ευτυχία ως «ηδονιστική ευημερία», η οποία προέρχεται από απλή προσωπική απόλαυση και ικανοποίηση της στιγμής. Αυτό το είδος της ευτυχίας συνδέεται παραδοσιακά με τον Τζέρεμι Μπένθαν και την αυστηρά ωφελιμιστική του προσέγγιση (utilitarianism) ως προς τη διαγωγή του βίου, σε αντίθεση με την πιο φιλοσοφικά σύνθετη και κοινωνικά φιλελεύθερη του Τζ. Στ. Μιλ— ας θυμηθούμε άλλωστε τη φράση του: «Καλύτερα να είσαι ο Σωκράτης δυσαρεστημένος, παρά ένας ανόητος ικανοποιημένος». Αμφότερες οι προσεγγίσεις βέβαια υποτιμούν ένα κρίσιμο στοιχείο, που συνιστά μέτρο της ευτυχίας: ότι σε ένα σύστημα κοινωνικών σχέσεων, αυτό που μπορεί να προσδιορίζει κάποιο πρόσωπο ως ευτυχία τίθεται σε αναπόφευκτη σύγκριση και, πιθανώς ένταση, με την ευτυχία που βιώνει ο άλλος. Η ανισότητα επομένως, και ιδίως η ανισότητα που προκύπτει στις οικονομίες της αγοράς, υπονομεύει άπαξ διά παντός την οικουμενική θεώρηση του προτάγματος της ευτυχίας.

Στο πλαίσιο αυτό, ενδεχομένως, η ανάδειξη της συλλογικής διάστασης της σκέψης του Αριστοτέλη γύρω από την ευτυχία ανοίγει έναν δρόμο στοχασμού προς πιθανές λύσεις. Μια πολιτική ευτυχίας στην πραγματικότητα είναι μια πολιτική που συνδυάζει την πραγμάτωση της συλλογικής ελευθερίας με τη ριζική αντιμετώπιση των ανισοτήτων. Συνεπώς, μια πολιτική ευτυχίας —αν θέλουμε να επιμείνουμε σε έναν τέτοιον όρο και όχι στον υπό πολλές έννοιες προτιμότερο όρο της ευδαιμονίας— σημαίνει μια οπτική της ευτυχίας στη συλλογική διάστασή της, τόσο στην υλική πραγματικότητα όσο και στην ψηφιακή υπερπραγματικότητα, δηλαδή την αποδοχή της αρχής ότι η ευτυχία σε ατομικό επίπεδο είναι ατελής και ουσιαστικά μη επιτεύξιμη, εάν δεν επιτυγχάνεται η ευτυχία σε συλλογικό επίπεδο.

Απέναντι στη δυστοπία της ποσοτικά προσδιορισμένης και επικοινωνιακά επιβεβληµένης «ευτυχίας», της εμπορευματοποίησης της «ευτυχίας» διαμέσου της κυκλοφορίας και ανταλλαγής «συναισθηµατικών εµπορευµάτων» (emodities), τα οποία λειτουργούν ως τυποποιηµένες συνταγές «ευτυχίας» για κάθε ανάγκη και χρήση, πρέπει να αντιταχθούν η δηµιουργική σύζευξη των προσωπικών και συλλογικών διαφορετικοτήτων, αλλά και η αναζήτηση της ουσιαστικής ευτυχίας στην αλληλεπίδραση µε τον άλλο.

Η μόνη μορφή ευτυχίας που φαίνεται να μπορεί να υπερβεί την ισχυρή έλξη προς τη ματαιότητα είναι η επίτευξη της εκπλήρωσης της ανθρωπινότητάς μας, με τους όρους που αναφέρονται παραπάνω. Ανάμεσα σε μια αυθεντική ανθρώπινη κοινωνικότητα και υπευθυνότητα και σε ένα καθεστώς διαρκούς ή και προσωρινής άρνησης του πλησίον, αντί για τη «θετική σκέψη» και τη ναρκισσιστικού τύπου «επιµέλεια εαυτού» προς την αναζήτηση της ατοµικής «ευτυχίας», μπορούμε να προτάξουμε τη συλλογική οικοδόμηση μιας επιτυχούς κοινωνικής κατάστασης, όπου πρόσωπα και κοινότητες μπορούν ελεύθερα και ισότιμα να βαίνουν προς την εκπλήρωση της δυνητικότητάς τους. Έτσι μπορούν να απαντηθούν οι μεγάλες τεχνολογικές και περιβαλλοντικές προκλήσεις της εποχής, και κατ’ επέκταση να αντιμετωπιστούν ουσιωδώς οι πολλαπλές, αλληλοσυνδεόμενες κρίσεις.

 

 

* Νίκος Ερηνάκης, Επιστημονικός Διευθυντής ΕΝΑ, Επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Κρήτης – Αναδημοσίευση από το περιοδικό Οικονομική Επιθεώρηση [Φεβρουάριος 2024]