H Δρ. Φιλοσοφίας Mάγδα Ρουμανέα –Μαλάμη γράφει στο ΕΝΑ για τα fake news, την παραπληροφόρηση και την αξία της πληροφορίας →

 

Ένα φαινόμενο που έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις παγκοσμίως είναι η κατασκευασμένη ψευδής είδηση/πληροφορία, τα λεγόμενα fake news, η οποία έχει πάρει το χαρακτήρα της αληθινής είδησης/πληροφόρησης.

Αυτό πρέπει να ανησυχεί όποιον συνειδητά ή ασυνείδητα (ανα)παράγει τέτοιες πληροφορίες. Πολύ περισσότερο θα πρέπει να ανησυχούμε όμως σχετικά με τις συστηματικές εκστρατείες παραπληροφόρησης διότι η πληροφορία διαπερνά γνωστικές και κοινωνικές δραστηριότητες, από «πάνω μέχρι κάτω». Η οικονομία, η φυσική, η ιατρική, η κοινωνιολογία, η πολιτική, η βιομηχανία, η επικοινωνία, η διαφήμιση, οι τέχνες κ.ά. υπάρχουν εξαιτίας και της δυνατότητας μετάδοσης και επεξεργασίας της πληροφορίας.

Η πληροφορία αλλάζει τον τρόπο που «βλέπουμε» τον κόσμο, τους συνανθρώπους μας, την κοινωνία και τον εαυτό μας. Η πληροφορία περιορίζει την αβεβαιότητα που έχει ο άνθρωπος για γεγονότα και καταστάσεις που τον απασχολούν και τον βοηθούν να πάρει τις σωστές αποφάσεις και να αντιμετωπίζει τα διάφορα προβλήματα που τον απασχολούν.

Ο όγκος των πληροφοριών που λαμβάνουμε σήμερα, βέβαια, είναι τεράστιος και συνειδητοποιούμε ότι οι δυνατότητές μας είναι πολύ περιορισμένες για να αντιληφθούμε και να επεξεργαστούμε όλες τις πληροφορίες που βρίσκονται γύρω μας. Έτσι λοιπόν ορισμένοι, εκμεταλλευόμενοι αυτή την πραγματικότητα, διαχέουν την ψευδή είδηση/πληροφορία για να διαμορφώσουν το κλίμα που θέλουν στην αγορά, στην πολιτική, στην επιστήμη στην ιατρική, στην καθημερινότητα των πολιτών, με λίγα λόγια παντού.

Σκοπός της ψεύτικης πληροφορίας/είδησης είναι να επηρεάσει την κοινή γνώμη και να την προσανατολίσει με βάση τους στόχους που έχει θέσει (πολιτικούς, κοινωνικούς, οικολογικούς εμπορικούς κ.λπ.) έτσι ώστε να εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της δεδομένης στιγμής.

Οι μαέστροι σήμερα της ψεύτικης πληροφορίας, εκμεταλλευόμενοι τα επιτεύγματα της ψηφιοποίησης, χρησιμοποιούν τα συστήματα  μετάδοσης, κοινωνικά δίκτυα και μεμονωμένα άτομα. Τα άτομα μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα ψάχνουν ευάλωτους χρήστες με βασικό τους στόχο να δεχτούν να διαμοιράσουν το συγκεκριμένο μήνυμα. Τα άτομα αυτά σιγά-σιγά αποκτούν την εμπιστοσύνη του αρχικού μεταδότη και συνεχίζουν να το μοιράζουν, ώστε στη συνέχεια να εξαπολύουν το περιεχόμενο μέσα από το οικοσύστημα πληροφόρησης με υψηλή ταχύτητα και με τη δύναμη «αξιόπιστων δικτύων» που έχουν δομήσει.

Σήμερα, όχι τυχαία, η τηλεματική έχει αναδείξει δύο τύπους ψεύτικης πληροφορίας/είδησης. Την ψεύτικη πληροφορία για μαζική κατανάλωση, η οποία επιτυγχάνεται με τη μεγαλύτερη διασπορά των ψεύτικων  πληροφοριών. Και σε εκείνες που περιορίζουν την πληροφορία σε εξειδικευμένους χρήστες, οι οποίοι εκτιμώντας τη σπανιότητα και την έλλειψη της πληροφορίας, επιδιώκουν πάση θυσία να την ελέγξουν και σκόπιμα να εμποδίζουν την πρόσβαση, προς τις στρατηγικά κρίσιμες πληροφορίες, ανάμεσα στους δρώντες της εκάστοτε τοπικής και της παγκόσμιας αγοράς.

Είναι εύλογο, λοιπόν, ότι οι κοινωνίες, ανάλογα με το πώς διαχειρίζονται τις πληροφορίες ή και προσαρμόζονται στα τεχνολογικά τεκταινόμενα, ευνοούν ή όχι οι τις θετικές προοπτικές και αποτρέπουν ή όχι τις εγγενείς καταστροφικές προοπτικές τους. Τα παγκόσμια επικοινωνιακά δίκτυα, με τις διεργασίες τους, μεταλλάσσουν ριζικά τον ατομικό και συλλογικό μας βίο προωθώντας ραγδαία την παγκόσμια αλληλεξάρτηση και αλληλοδέσμευση.

Παραδείγματα υπάρχουν πάρα πολλά, αλλά ένα από τα ποιο κραυγαλέα δείγματα  παραπληροφόρησης, που βασίστηκε στην παρεμπόδιση πληροφοριών στρατηγικής σημασίας είναι τα στοιχεία που έδωσε το ΔΝΤ για τη συμμετοχή του στο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Προσαρμογής της Ελλάδας. Αυτό φαίνεται από την  έκθεση του  Aνεξάρτητου Γραφείου Αξιολόγησης του ΔΝΤ (Independent Evaluation Office – ΙΕΟ) που δηλώνει ότι η διεύθυνση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου παραπλάνησε το ίδιο το συμβούλιο του Ταμείου και έδωσε βήμα σε μια σειρά από καταστροφικές ανακρίβειες για τη χώρα. Και σε μια εκπληκτική ομολογία, η Έκθεση ανέφερε ότι οι δικοί της ερευνητές δεν μπόρεσαν να αποκτήσουν βασικά αρχεία ή να διεισδύσουν στις δραστηριότητες μυστικών «ad hoc task forces». Και το πιο εντυπωσιακό είναι να μην κατηγορείται η Κριστίν Λαγκάρντ για παρεμπόδιση στοιχείων. Επίσης, δηλώνει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν ήταν σε θέση να καθορίσουν ποιος έλαβε ορισμένες αποφάσεις ή ποιες πληροφορίες ήταν διαθέσιμες, ούτε ήταν σε θέση να αξιολογήσουν τους σχετικούς ρόλους της διοίκησης και του προσωπικού. Όπως καταλαβαίνουμε, η παραπλάνηση, η ψεύτικη πληροφορία, παίρνει τη θέση της αλήθειας και οι πολίτες δεν ξέρουν, τελικά τι να πιστέψουν.

Η ανάγκη για ανασυγκρότηση μιας βιώσιμης στρατηγική «της πληροφοριακής επικράτειας» υπέρ του κοινού συμφέροντος είναι πλέον επιτακτική.

Και εδώ τίθεται το κρίσιμο πρόβλημα της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας, που συναρτώνται άμεσα με την κατοχή και διαχείριση της πληροφορίας και της γνώσης. Η αξία της πληροφορίας και της γνώσης με οικονομικο-πολιτικούς όρους καθορίζεται από τη διαφάνεια. Τους όρους διατήρησης της διαφάνειας πρέπει να τους διασφαλίσουμε με θεσμικές εγγυήσεις αλλά και προσωπικές. Επίσης, πρέπει να αναπτύξουμε μια πολιτική πολιτισμού και γνώσης η οποία θα στηρίζει θετικά τους πολίτες προς την κατεύθυνση της αξιοποίησης της ενεργητικής πληροφόρησης.

Πληροφορία συνιστά οτιδήποτε είναι φορτισμένο με νόημα, ενώ η γνώση είναι το αποτέλεσμα της διαδικασίας της μελέτης της πραγματικότητας, αφού ελεγχθεί από την κοινωνικο-ιστορική πρακτική και επιβεβαιωθεί από τη λογική. «Η πληροφορία», όπως σημειώνει ο Chomsky,  «έχει αξία όταν μας επιτρέπει να δράσουμε μέσω της γνώσης». Από μια ολιστική άποψη η «βέβαια γνώση» δεν μπορεί να υπάρχει. Οι πραγματικές καταστάσεις προβληματισμού είναι τόσο πολύπλοκες που η βεβαιότητα χάνει τη σημασία της.

Όμως ευθύνη φέρουμε όλοι ως μέρος αυτού του συστήματος και συγκεκριμένα όταν δεχόμαστε παθητικά πληροφορίες χωρίς να τις ελέγξουμε ή όταν διαμοιράζουμε μια ανάρτηση, μια εικόνα ή ένα βίντεο πριν το δούμε διεξοδικά, συμβάλλοντας έτσι στον συνολικό «θόρυβο» και στη σύγχυση.

Η αξιοποίηση των τεχνολογιών πληροφορικής  και των νέων τεχνογνωσιών διευκολύνει την τροποποίηση της φύσης και του ρόλου της επιστημονικής γνώσης. Πάντα, όμως, με γνώμονα το αξίωμα ότι η πληροφορία έχει αξία, όταν μας επιτρέπει να δράσουμε. Η ενδυναμωτική αξία της πληροφορίας είναι η γνώση, δηλαδή η ποιότητα η επάρκεια, η εγκυρότητα, η κρισιμότητα.