Ανάλυση του Γιάννη Γούναρη, Δικηγόρου, LLM London School of Economics, Διδάκτορα Νομικής ΕΚΠΑ – Το κείμενο περιλαμβάνεται στο 34ο Δελτίο Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του ΕΝΑ  →

H αποτυχία του Συμβουλίου Υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ να καταλήξει σε απόφαση για την επιβολή κυρώσεων στο καθεστώς Λουκασένκο της Λευκορωσίας προκάλεσε ποικίλα σχόλια στους πολιτικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους των Βρυξελλών. Ο κοινός παρονομαστής των περισσότερων εξ αυτών ήταν ότι το κύρος της ΕΕ διακυβευόταν εξαιτίας της αδυναμίας της να προτάξει ένα κοινό μέτωπο έναντι της αξιολογούμενης ως παραβατικής συμπεριφοράς της κυβέρνησης της Λευκορωσίας, της σκληρής καταστολής κατά των διαδηλωτών της αντιπολίτευσης και των παρατυπιών που φέρονται να διαπιστώθηκαν στην εκλογική διαδικασία. Και ο λόγος: ο κανόνας της ομοφωνίας και η «κατάχρηση» του βέτο από κάποια χώρα – εν προκειμένω την Κύπρο, η οποία επέμενε να συνδέει την επιβολή κυρώσεων στη Λευκορωσία με την αντίστοιχη επιβολή κυρώσεων στην Τουρκία λόγω της όχι λιγότερο παραβατικής συμπεριφοράς της τελευταίας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Στη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (1-2 Οκτωβρίου) επιτεύχθηκε, τελικά, ένας ακόμη συμβιβασμός, ο οποίος επέτρεψε στην πολιτική ηγεσία της ΕΕ να δηλώνει ικανοποιημένη, αφού αποφασίστηκαν κυρώσεις εναντίον φυσικών προσώπων που συνδέονται με τον Λουκασένκο, αν και όχι εναντίον του ίδιου το προέδρου της Λευκορωσίας. Το εάν και κατά πόσον αυτό συνιστά επιβεβαίωση του διεθνούς κύρους της ΕΕ ή θα ενοχλήσει ιδιαίτερα το καθεστώς της Λευκορωσίας -και την ίδια τη Ρωσία που είναι και ο απώτερος αποδέκτης- είναι αμφίβολο. Ωστόσο, πέρα από τις παραδοσιακά θετικές εκτιμήσεις των ίδιων των ιθυνόντων της ΕΕ έπειτα από κάθε σημαντική Σύνοδο Κορυφής, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος, οι οποίες είναι πλέον τόσο αναμενόμενες και επαναλαμβανόμενες ακόμα και στο ύφος τους, ώστε να μπορούν να αγνοηθούν, η ουσία του πράγματος είναι ότι και αυτή τη φορά η ΕΕ αναλώθηκε σε μια μάλλον δευτερεύουσας σημασίας υπόθεση, αποτυγχάνοντας να καταλήξει σε μια αποφασιστική και δυναμική στάση για την περιοχή που πασίδηλα βρίσκεται στο επίκεντρο της περιφερειακής ειρήνης και ασφάλειας: την Ανατολική Μεσόγειο.

Αν επιχειρήσει κανείς να δει την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στην Ανατολική Μεσόγειο αποστασιοποιημένα από την άμεση εμπλοκή της Ελλάδας και της Κύπρου, αλλά καθαρά από μια ευρωπαϊκή σκοπιά, θα διαπιστώσει ότι η Τουρκία, ιδίως δε η συμπεριφορά της, δημιουργεί ένα σημαντικό ζήτημα ασφάλειας και σταθερότητας για την ΕΕ. Η Τουρκία του Ερντογάν συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά ενός βαθιά ανελεύθερου καθεστώτος: ασφυκτικός έλεγχος στα ΜΜΕ, στη δικαιοσύνη και στην ακαδημαϊκή κοινότητα, πολιτικές διώξεις αντιφρονούντων, καταπίεση και διακρίσεις κατά του κουρδικού πληθυσμού, μαζικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των πλέον βασικών αρχών του κράτους δικαίου. Στην εξωτερική της συμπεριφορά, η Τουρκία επιδεικνύει ακραίο τυχοδιωκτισμό, εμπλεκόμενη σε όλες τις περιφερειακές συγκρούσεις που δημιουργούν έναν κλοιό αποσταθεροποίησης γύρω από την Ευρώπη: Συρία, Λιβύη και πλέον, μετά την ανάφλεξη στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, Καύκασος. Εκμεταλλευόμενη το κενό ισχύος που έχει δημιουργήσει η αμερικανική απόσυρση, διεκδικεί για τον εαυτό της και με την ισχύ των όπλων το ρόλο του περιφερειακού ηγεμόνα. Το γεγονός ότι η φιλοδοξία της αυτή είναι ουσιαστικά και μακροπρόθεσμα εκτός πραγματικότητας, δεδομένων των δομικών προβλημάτων του ίδιου του τουρκικού κράτους -προβλημάτων που υπερβαίνουν την οικτρή κατάσταση της τουρκικής οικονομίας- είναι αδιάφορο: αυτό που έχει σημασία είναι ότι, από την άποψη της ευρωπαϊκής ασφάλειας, η Τουρκία είναι μέρος του προβλήματος, όχι της λύσης.

Εν τούτοις, η ΕΕ ακολούθησε και πάλι τον εύκολο δρόμο: αντί να υιοθετήσει μια φιλόδοξη και μακρόπνοη πολιτική για τις ευρωτουρκικές σχέσεις, μέσα σε ένα νέο πλαίσιο που θα περιελάμβανε, αφενός, θετικά κίνητρα (λόγου χάρη, τον εκσυγχρονισμό της τελωνειακής ένωσης, την οικονομική συνεργασία, το στρατηγικό διάλογο για περιφερειακά θέματα) αφετέρου, έναν ισχυρό μηχανισμό επιβολής κυρώσεων, εάν η Τουρκία επιμείνει στις μονομερείς παράνομες ενέργειες και στην επιθετικότητα, προτίμησε την πεπατημένη της διατήρησης των ισορροπιών με βάση τα εθνικά συμφέροντα, ουσιαστικά, της Γερμανίας και την παραμονή του ευρωτουρκικού διαλόγου σε ένα μάλλον συμβολικό επίπεδο, όχι πέραν του απολύτως αναγκαίου. Με ποια αξιοπιστία και με ποιο κύρος, όμως, θα διεκδικήσει η ΕΕ κάποιον σημαντικό ρόλο στη διευθέτηση των υπαρκτών ή δυνητικών συγκρούσεων στην ίδια της την περιφέρεια, όταν δεν είναι σε θέση να εγγυηθεί ούτε καν την ασφάλεια των κρατών-μελών της και να τους παράσχει μια ασπίδα προστασίας (για να χρησιμοποιήσουμε μια φράση που είναι εσχάτως του συρμού) έναντι παραβατικών του διεθνούς δικαίου συμπεριφορών τρίτων κρατών; Και αν αυτό ισχύει για την απειλή της Ρωσίας προς τις Βαλτικές Δημοκρατίες και την Πολωνία, γιατί άραγε δεν ισχύει για την απειλή της Τουρκίας προς την Ελλάδα και την Κύπρο;

Προφανώς, πρόκειται για ρητορικά ερωτήματα, διότι οι λόγοι είναι εύκολο να εντοπιστούν. Όταν πριν μερικούς μήνες η ελληνική κυβέρνηση θριαμβολογούσε για το «έπος του Έβρου» και καμάρωνε για την αναγωγή της χώρας σε «ασπίδα της Ευρώπης», κάποιοι επεσήμαιναν ότι στην ουσία ο Ερντογάν δεν ασχολήθηκε καν με την Ελλάδα, αλλά έστελνε ένα ισχυρό μήνυμα στην Ευρώπη: ότι δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει ως όπλο τα εκατομμύρια προσφύγων και μεταναστών στο τουρκικό έδαφος, σκορπώντας το χάος σε μια Ευρώπη που βρίσκεται πλέον σε κατάσταση αντιπροσφυγικής και αντιμεταναστευτικής υστερίας. Και ότι εάν η Ευρώπη έψαχνε για την πιο αποτελεσματική «ασπίδα», αυτή δεν ήταν η Ελλάδα, αλλά η Τουρκία. Πέραν τούτου, που είναι και ο σημαντικότερος παράγοντας, η Τουρκία -ακόμα και η Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν- δεν είναι ο στρατηγικός αντίπαλος της Δύσης. Αυτόν το ρόλο τον μονοπωλούν η Ρωσία και η Κίνα. Η Τουρκία είναι πολύτιμος σύμμαχος του ΝΑΤΟ και στενότατος οικονομικός εταίρος πολλών ευρωπαϊκών κρατών (όχι μόνο της Γερμανίας, η οποία βέβαια έχει και έναν πολύ σημαντικό αριθμό πολιτών -άρα και ψηφοφόρων- τουρκικής καταγωγής) που θα πλήττονταν και τα ίδια σε περίπτωση οικονομικών κυρώσεων εναντίον της. Δείχνουν όλα αυτά ότι η Ευρώπη στην πραγματικότητα είναι αδύναμη και επιρρεπής σε εκβιασμούς; Ασφαλώς.

Η πάγια αδυναμία της ΕΕ να αναπτύξει μια πραγματική συνεκτική κοινή εξωτερική πολιτική πέρα από γενικόλογες μεγαλοστομίες είναι διαπιστωμένη. Το ίδιο ισχύει και για τους λόγους αυτής της αδυναμίας που δεν εντοπίζονται σε διαδικαστικά ζητήματα (πιθανότατα, δεν θα άλλαζε κάτι ακόμα και αν καταργούταν ο κανόνας της ομοφωνίας, πράγμα ούτως ή άλλως απίθανο), ούτε στην περιστασιακή «μη εποικοδομητική» στάση κάποιου κράτους-μέλους, αλλά στο αναπόδραστο γεγονός ότι η ΕΕ απλά δεν είναι κράτος, αλλά μια πολυμερής συνεργασία κυρίαρχων κρατών που προφανώς δεν θα βάλουν σε δεύτερη μοίρα τα δικά τους εθνικά συμφέροντα υπέρ μιας «κοινής θέσης», πολύ περισσότερο όταν το παράδειγμα δίνουν πρώτα τα ίδια τα μεγάλα κράτη-μέλη.

Δεν θα ήταν και τόσο «ευρωπαϊκό» να αναμένει κανείς από τα μεσαία και τα μικρά κράτη-μέλη της ΕΕ να συντάσσονται πειθήνια με μια κοινή θέση, η οποία συνήθως δεν είναι παρά ο αντικατοπτρισμός μιας σύγκλισης μεταξύ των δύο μερών του γαλλογερμανικού άξονα, χωρίς κάποιο ουσιαστικό αντάλλαγμα σε θέματα που τα ίδια θεωρούν καίριας σημασίας ή ακόμα και όταν κάτι τέτοιο θα ερχόταν σε ευθεία σύγκρουση με τα δικά τους συμφέροντα. Αυτό είναι κάτι που τα περισσότερα μικρομεσαία κράτη-μέλη γνωρίζουν καλά και που ακόμα και οι «μεγάλοι» αποδέχονται ως άγραφο κανόνα του Ευρωπαϊκού Παιγνίου. Επομένως, στα ίδια τα κράτη εναπόκειται να έχουν μια στρατηγική και μια τακτική που θα αξιοποιεί αυτό το Παίγνιο, πετυχαίνοντας τη βέλτιστη ισορροπία ανάμεσα στις διεκδικήσεις και στις παραχωρήσεις τους. Η ΕΕ δεν είναι ένα συνεκτικό πολιτειακό σύνολο. Δεν υπάρχει μία και ενιαία Ευρώπη και ούτε πρόκειται να υπάρξει. Είναι, μάλλον, ένα πεδίο αντιπαραθέσεων, συνθέσεων και συμβιβασμών, μια πολυεπίπεδη σκακιέρα. Δυστυχώς, φαίνεται ότι η τωρινή ελληνική κυβέρνηση το έχει, πολύ συνειδητά, ξεχάσει.