Η πρόκληση της ανάπτυξης με όρους οικονομικής βιωσιμότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης απέναντι στην εντεινόμενη αύξηση των ανισοτήτων σε διεθνές επίπεδο βρέθηκε στο επίκεντρο της συζήτησης με θέμα «Οικονομική μεγέθυνση και ανισότητες» που διοργάνωσε το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ στο πλαίσιο του 4ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών.

Στη συζήτηση συμμετείχαν οι: Philippe Legrain, επισκέπτης εταίρος του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου στο London School of Economics (LSE), Raymond Torres, Διευθυντής στη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας (ILO) και επικεφαλής του think tank Funcas, Carlos Vacas-Soriano, Υπεύθυνος Ερευνών στη Μονάδα Απασχόλησης του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης & Εργασίας (Eurofound) και ο Βλάσης Μισσός, Ερευνητής του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ).

Δείτε όλο το πάνελ του ΕΝΑ στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών

«Το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ είναι προσανατολισμένο στην ανάδειξη ολοκληρωμένων εναλλακτικών και εφαρμόσιμων προτάσεων πολιτικής με διακριτό κοινωνικό και οικολογικό πρόσημο», τόνισε ο Επιστημονικός Υπεύθυνος του Ινστιτούτου Νίκος Ερηνάκης, θέτοντας το πλαίσιο της συζήτησης. Όπως υποστήριξε, «στόχος μας σήμερα είναι να συζητήσουμε για μια μορφή καινοτόμου και συμπεριληπτικής ανάπτυξης που θα υπηρετεί την κοινωνική δικαιοσύνη, την οικολογική αειφορία, την οικονομική βιωσιμότητα και το πρόταγμα της ισοελευθερίας».

Ο Philippe Legrain υπογράμμισε ότι «οι κυβερνήσεις οφείλουν να προωθούν επεκτατικές και αναδιανεμητικές πολιτικές αντί πολιτικών λιτότητας».

Αναφέρθηκε εμφατικά στη σημασία των προοδευτικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης των δημόσιων πολιτικών, τονίζοντας παράλληλα την ανάγκη οικοδόμησης μιας αξιόπιστης εναλλακτικής απέναντι στο νεοφιλελεύθερο δόγμα ΤΙΝΑ (There Is No Alternative), ώστε να μετατραπεί το αίσθημα γενικευμένης δυσαρέσκειας σε πολιτική ενεργοποίηση. «Χρειαζόμαστε μια ευρωπαϊκή Άνοιξη», κατέληξε στην εισήγησή του ο κ. Legrain.

«Υπάρχει μία άλλη προσέγγιση για τη μείωση των ανισοτήτων και την προώθηση της ανάπτυξης», υποστήριξε ο Raymond Torres. Ο κ. Torres κατέδειξε τα όρια της παραδοσιακής προσέγγισης που επιλέγει να εστιάσει είτε στην ενίσχυση των δικαιωμάτων και την εκπαιδευτική πολιτική είτε στη φορολογία και την αναδιανεμητική πολιτική ως μέσα μείωσης των ανισοτήτων.

Αντ’ αυτών, απαιτούνται, όπως είπε, παρεμβάσεις τόσο στο επίπεδο της αγοράς εργασίας για την ενίσχυση της ζήτησης (π.χ. μέσω της αύξησης του κατώτατου μισθού) όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο με στόχο την εισαγωγή κανόνων και ρυθμίσεων στο υφιστάμενο πλαίσιο παγκοσμιοποίησης.

Στον αντίκτυπο της κρίσης στην Ευρώπη αναφέρθηκε ο Carlos Vacas-Soriano, τονίζοντας ότι η εισοδηματική σύγκλιση που σημειώθηκε πριν από το ξέσπασμα της κρίσης στις χώρες-μέλη, παύει –αν δεν ανατρέπεται– το διάστημα 2008 – 2011, για να ξαναρχίσει πρόσφατα στην Ανατολική Ευρώπη, όχι όμως και στον Ευρωπαϊκό Νότο.

Παρουσιάζοντας στατιστικά στοιχεία, ο κ. Vacas-Soriano επισήμανε ότι στα 2/3 των ευρωπαϊκών χωρών το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών δεν έχει επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα. Στο πλαίσιο αυτό, συμπέρανε ότι η ευρωπαϊκή ανάκαμψη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως success story, δεδομένου ότι πέρα από το δημοσιονομικό επίπεδο δεν έχει αποτυπωθεί και στο κοινωνικό.

«Σήμερα είναι περισσότερο αναγκαίο από ποτέ να εξεταστεί η εύθραυστη κατάσταση της σχετικής ισότητας, που υπήρχε στην Ελλάδα πριν από την κρίση», υπογράμμισε στην παρέμβασή του ο Βλάσσης Μισσός.

Όπως επισήμανε, «εκτός από τη μέτρηση της φτώχειας, είναι απαραίτητο να προστεθεί στη δημόσια συζήτηση και το ζήτημα της ανισότητας της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή της έλλειψης των παραγωγικών επενδύσεων».