O Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και Διευθυντής του μεταπτυχιακού προγράμματος MSc European Politics & Policy στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου Διονύσης Δημητρακόπουλος γράφει στο ΕΝΑ για το κλείσιμο της βρετανικής Βουλής και τις μεθοδεύσεις του Μπόρις Τζόνσον →

Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος του Ιουνίου 2016, που οδήγησε τη Βρετανία στην πόρτα της εξόδου από την Ευρωπαική Ένωση, οφείλεται σε σειρά παραγόντων. Οι κυριότεροι από αυτούς συνδέονται με πολιτικές που προώθησαν κυβερνήσεις τις οποίες εξέλεξαν οι Βρετανοί πολίτες.  Για το λόγο αυτό, το Brexit έχει χαρακτηριστεί «αντιβρετανικό».

Τα τεκταινόμενα των τελευταίων ημερών στο Λονδίνο ενισχύουν περαιτέρω την εντύπωση ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος είναι σαφέστατη ένδειξη της βαθύτατης κρίσης αυτογνωσίας που περνάει τα τελευταία χρόνια η Βρετανία. Η απόφαση για την έξοδο στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στη (στρεβλή) εικόνα ότι η Βρετανία είχε απολέσει την ανεξαρτησία της, δηλαδή την ικανότητα να αποφασίζει για τα του οίκου της διά του αρμόδιου συνταγματικού οργάνου, που είναι το Κοινοβούλιο.  Είναι τουλάχιστον αντιφατική (αλλά και αντισυνταγματική), κατά συνέπεια, η απόφαση του Βρετανού Πρωθυπουργού να κλείσει τη Βουλή της χώρας, προκειμένου να μην μπορέσει η τελευταία να παίξει τον συνταγματικό της ρόλο. Οι δε Βρετανοί πολίτες φαίνεται να μην πιστεύουν (και μάλιστα σε συντριπτικό ποσοστό) την αιτιολόγηση της απόφασης του Πρωθυπουργού Μπόρις Τζόνσον. Η έκταση των αντιδράσεων είναι ενδεικτική της συνεχιζόμενης κρίσης αξιοπιστίας της πολιτικής ελίτ, που εξακολουθεί να υπονομεύει τη δημοκρατία στη Βρετανία, μιας κρίσης στην οποία οι δημοψηφισματικού χαρακτήρα διαδικασίες υποτίθεται οτι δίνουν απάντηση.

Η απόφαση του Βρετανού Πρωθυπουργού είναι όμως αντίθετη προς τις θεωρούμενες ως αιτίες του Brexit και για άλλους λόγους. Δεν γνωρίζω έγκριτο πολιτικό ή και αναλυτή που να υποστηρίζει το Brexit και να θεωρεί οτι η άτακτη εκδοχή του είναι α) αυτή που επιθυμούσε το βρετανικό εκλογικό σώμα όταν έγινε το δημοψήφισμα ή β) προς το συμφέρον της χώρας. Αναλύσεις δείχνουν ότι η προτιμητέα από τον «μέσο ψηφοφόρο» μορφή του είναι το λεγόμενο soft Brexit, δηλαδή μια μορφή που θα κρατούσε τη Βρετανία κοντά στην ΕΕ. Η σημερινή κυβέρνηση όμως (θέλει τουλάχιστον να δώσει την εικόνα ότι) προτιμά το άτακτο Brexit.

Αν η διαφάνεια και η ειλικρίνεια ήταν ζητούμενα που οδήγησαν στο Brexit, ειδικοί της βρετανικής συνταγματικής πρακτικής υπογραμμίζουν ότι το παρατεταμένο κλείσιμο της Βουλής δεν είναι ούτε ειλικρινές (κάτι που είναι απόλυτα συνεπές με το παρελθόν του σημερινού πρωθυπουργού, όπως σημειώνεται και από πολιτικούς αναλυτές του ίδιου πολιτικού χώρου) μα ούτε και συνηθισμένο.

Πώς μπορεί να εξηγηθεί πολιτικά η απόφαση αυτή; Ανάμεσα στο δημοψήφισμα του 2016 και τις φετινές ευρωεκλογές, το UKIP αντικαταστάθηκε στις προτιμήσεις του εκλογικού σώματος από το Brexit Party του Νάιτζελ Φάρατζ. Βασικός χαμένος σε δημοφιλία ήταν το Συντηρητικό Κόμμα, γεγονός που οδήγησε την ηγεσία του στην απόφαση να συνεχίσει να υιοθετεί τη ρητορική του Brexit Party προκειμένου να απορροφήσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος της αντίστοιχης κοινής γνώμης.

Η εκλογή του Μπόρις Τζόνσον στην ηγεσία των Συντηρητικών ενέτεινε την τάση αυτή -όπως δείχνει και η δήλωση κορυφαίου υπουργού περί ανυπακοής της κυβέρνησης στο ενδεχόμενο ψήφισης νόμου που να καθυστερεί το Brexit από τη Βουλή- και την ενίσχυσε με τους τόνους αισιοδοξίας που πρόσθεσε στην εικόνα του κόμματος ο ίδιος o νέος Πρωθυπουργός. Αυτό οδήγησε -όπως ήδη δείχνει σειρά δημοσκοπήσεων– σε ταχεία αύξηση της δημοφιλίας των Συντηρητικών, εξυπηρετώντας τον διαφαινόμενο στόχο του νέου Πρωθυπουργού, που δεν είναι άλλος από την εκλογική νίκη είτε πριν είτε αμέσως μετά την 31η Οκτωβρίου.  Σε μια κλασική επίδειξη εθνολαϊκιστικής τακτικής, όποιος βάζει εμπόδια στην πορεία προς το Brexit παρουσιάζεται είτε ως «εχθρός του λαού» (στην περίπτωση της εκλεγμένης Βουλής) είτε ως «εχθρός του έθνους» (στην περίπτωση της ΕΕ ή-ακόμη περισσότερο- της Ιρλανδίας).

Έγκριτοι παρατηρητές της συνταγματικής και κοινοβουλευτικής πρακτικής στη Βρετανία υπογραμμίζουν τις δυσκολίες που υπάρχουν για όσους βουλευτές θελήσουν ενδεχομένως να αντισταθούν στις μεθοδεύσεις της κυβέρνησης Τζόνσον. Ακόμη κι αν αυτά ξεπεραστούν, το σίγουρο είναι οτι δεν είμαστε παρά μόνο στην αρχή μιας ολοένα βαθύτερης κρίσης.