Βαγγέλης Δ. Μαρινάκης, Πολιτικός Επιστήμονας, ΜSc Δημόσιες Πολιτικές – Η ανάλυση περιλαμβάνεται στο 17ο Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του ΕΝΑ→  

Μπορεί να σταματηθεί ο Ντόναλντ Τραμπ; Μάλλον όχι όπως φάνηκε από την πρόσφατη επικράτηση του πρώην Προέδρου σε Άιοβα και Νιου Χάμσαϊρ, όπου έδειξε ότι είναι ο επικρατέστερος για να λάβει το χρίσμα των Ρεπουμπλικάνων για τις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου.

Παρά λοιπόν τις πολλές ανοικτές δίκες με τις οποίες βρίσκεται αντιμέτωπος, ο Ντόναλντ Τραμπ αποτελεί το μεγάλο φαβορί για να επιλεγεί από το Ρεπουμπλικάνικο Κόμμα (GOP) ως υποψήφιος Πρόεδρος των ΗΠΑ, καθώς η νίκη του στις εσωκομματικές εκλογές στην Αϊοβα ήταν σαρωτική -προκαλώντας και την πρόωρη αποχώρηση του Ρον Ντε Σάντις από τη διαδικασία- και στο Νιου Χαμσάιρ αναμενόμενη (αν και δυσκολότερη).

Στη δε περίπτωση που έρθει πρώτος και στις προκριματικές εκλογές της Νότιας Καρολίνας στις 24 Φεβρουαρίου, η κούρσα για το χρίσμα των Ρεπουμπλικάνων θα έχει ουσιαστικά κριθεί. Αν όχι, θα χρειαστεί να περιμένει μέχρι και τη «Σούπερ Τρίτη» στις 5 Μαρτίου, κατά την οποία θα πραγματοποιηθούν αναμετρήσεις σε 13 Πολιτείες, για να συγκεντρώσει ένα δύσκολα αναστρέψιμο προβάδισμα στον αριθμό των συνέδρων. Έτσι, όπως εξελίσσονται τα πράγματα, ο 77χρονος κροίσος ενδέχεται να  είναι ήδη ο de facto υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων όταν καθίσει στο εδώλιο σε δικαστήριο της Ουάσιγκτον στις 4 Μαρτίου, κατηγορούμενος για απόπειρα ανατροπής του αποτελέσματος των προεδρικών εκλογών του 2020.

Πρόκειται για μια άνευ προηγουμένου εκλογική ασυλία που παρέχεται από το εκλογικό κοινό των Ρεπουμπλικάνων σε υποψήφιο πρόεδρο, αν αναλογιστεί κανείς πως οι αστικές αγωγές και οι τέσσερις ποινικές υποθέσεις που αντιμετωπίζει –που θα μπορούσαν να είχαν καταστρέψει οποιονδήποτε άλλον υποψήφιο– στην πραγματικότητα δεν τον απειλούν. Το αντίθετο φαίνεται πως ισχύει, αφού μετά την ευρεία νίκη του στην Άιοβα, δημοσκοπικές έρευνες διαπίστωσαν ότι το 64% των Ρεπουμπλικάνων της εν λόγω Πολιτείας πιστεύει ότι ο Τραμπ θα εξακολουθούσε να είναι ικανός να εκλεγεί Πρόεδρος ακόμη κι αν καταδικαζόταν για έγκλημα.

Δεδομένου μάλιστα ότι η φετινή χρονιά θα είναι γεμάτη από εκλογές και δίκες η στρατηγική του μεγιστάνα μοιάζει να εγκιβωτίζει τον ένα σκοπό μέσα στον άλλο: υποβάλλει διάφορα αιτήματα με σκοπό να καθυστερήσει την εκδίκαση όσο μπορεί και, όταν αυτά απορριφθούν, να επικαλεστεί ασυλία. Αυτά, μέχρι να φτάσουν οι εκλογές και να πετύχει τον υψηλότερο σκοπό του: να γίνει ξανά ο ένοικος του Λευκού Οίκου.

Την ίδια ώρα, από την πλευρά των Δημοκρατικών, έχοντας ήδη εξασφαλίσει την επίσημη υποστήριξη του κόμματός του, ο απερχόμενος Πρόεδρος Μπάιντεν αναμένεται, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, να ανακηρυχθεί υποψήφιος τον Αύγουστο. Η σφυγμομέτρηση της κοινής γνώμης των ΗΠΑ, ωστόσο, δείχνει τον Δημοκρατικό Πρόεδρο αρκετά αντιδημοφιλή, γεγονός που εγείρει σοβαρές ανησυχίες για το αν θα μπορέσει να αποτελέσει ανάχωμα σε μια πιθανή δεύτερη θητεία Τραμπ.

Μολονότι τα οικονομικά νέα ήταν εξαιρετικά θετικά για τον Λευκό Οίκο –ο πληθωρισμός υποχώρησε, η ύφεση αποφεύχθηκε, η ανεργία βρίσκεται σε ιστορικό χαμηλό, ακόμη και το καταναλωτικό κλίμα ανακάμπτει, πολιτικά η εικόνα του Μπάιντεν έχει «ξεθωριάσει», καθώς ο 80χρονος ένοικος του Λευκού Οίκου ετοιμάζεται να βυθιστεί σε μια σκληρά αμφισβητούμενη μάχη επανεκλογής.

Σε μια θαυμάσια αντίστροφη των πραγμάτων σε σχέση με την θητεία Τραμπ, μάλιστα, ο Μπάιντεν φαίνεται πως χάνει εξαιτίας δύο εξωτερικών μετώπων: της κοστοβόρας -και για αυτό αντιδημοφιλούς- στρατιωτικής και οικονομικής στήριξης της Ουκρανίας και των επιπτώσεων του πολέμου στη Γάζα, μιας σύγκρουσης που φαίνεται να δημιουργεί σοβαρό ρήγμα στο εσωτερικό των Δημοκρατικών λόγω και της άτεγκτης στάσης της κυβέρνησης του Ισραήλ.

Υπάρχει περιθώριο αλλαγής των συσχετισμών; Οι ενδιάμεσες εκλογές του 2022, στις οποίες οι προβλέψεις για «κόκκινο κύμα» διαψεύστηκαν πανηγυρικά,  απέδειξαν πως ναι. Κι αυτό γιατί υπάρχει η περίπτωση ο πρώην Πρόεδρος Τραμπ να αναλωθεί από τον Μάρτιο και μετά σε μια πολιτική δικαστικού χαρακτήρα. Επιπλέον, οι Δημοκρατικοί, οι οποίοι βάσισαν τα καλά αποτελέσματα του 2022 στην υπόθεση της υπεράσπισης του δικαιώματος στην άμβλωση, είναι το πιθανότερο πως όσο βαδίζουμε προς την τελική ευθεία των εκλογών θα παίξουν το ίδιο χαρτί, ειδικά στις περιοχές των μεσοαστικών «λευκών» προαστίων των μεγάλων αστικών κέντρων, με στόχευση τη μορφωμένη μεσαία τάξη και τις γυναίκες. Αν τα παραπάνω συνδυαστούν με έναν «συναγερμό» δημοκρατικής συσπείρωσης ενόψει μιας επικείμενης επικράτησης του τραμπικού μπλοκ, δεν αποκλείεται η προεκλογική ρευστότητα να δώσει καρπούς σε μια εκλογική συνθήκη που θα λάβει χώρα σε μια ήδη βαθιά πολωμένη κοινωνία.

Όπως έγραψε πρόσφατα ο Μακέι Κόπινς του Atlantic: «Αυτές τις μέρες, ο Τραμπ υπάρχει στο μυαλό πολλών Αμερικανών ως μια θολή σιλουέτα – που σχηματίζεται από προκαταλήψεις και ξεπερασμένες εντυπώσεις – παρά ως πραγματικό άτομο που λέει στη χώρα κάθε μέρα ποιος είναι και τι σχεδιάζει να κάνει με μια δεύτερη θητεία». Πρόκειται για μια πολυτέλεια ενός ανθρώπου που δεν χρειάστηκε να κάνει ακόμη μια πλήρη εκστρατεία. Το αν και πόσο θα του κοστίσει μένει να το δούμε.