Άρθρο της Κλεοπάτρας Λιακοπούλου, Καλλιτεχνικής διευθύντριας της γκαλερί «Θεώρημα», Βρυξέλλες

Η πρώτη επισήμανση του άρθρου είναι πως, όσον αφορά το σκοπό  και τη φιλοδοξία του, δεν πρόκειται για μια αναλυτική ιστορική μελέτη του ρόλου που έπαιξαν οι ιδιωτικοί ή κρατικοί χώροι Τέχνης, αλλά μια προσέγγιση περισσότερο πολιτικοκοινωνική και εστιασμένη στο σύγχρονο κόσμο και ιδιαίτερα τον ευρωπαϊκό.

Όταν αναφερόμαστε σε ιδιωτικούς χώρους Τέχνης συνήθως εννοούμε τις κοινώς ονομαζόμενες γκαλερί και όταν λέμε κρατικούς αναφερόμαστε στα Μουσεία και στα Κρατικά Ιδρύματα. Εδώ πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή γιατί τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά και ξεκάθαρα στον διαχωρισμό ιδιωτικού και κρατικού. (Δεν χρησιμοποιείται στο άρθρο ο επιθετικός προσδιορισμός «Δημόσιο».) Υπάρχουν τα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα, στη χώρα μας για παράδειγμα έχουμε τη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση, το ίδρυμα Νιάρχος και άλλα, τα οποία είναι πια η «ατμομηχανή» στον τομέα της Τέχνης. Αυτά τα ιδρύματα ανήκουν σε οικονομικούς κολοσσούς αλλά δρουν υπό άλλο οικονομικό καθεστώς. Η ανάλυση της σχέσης «μαμάς» εταιρείας και του μη κερδοσκοπικού της ιδρύματος δεν είναι της παρούσης διότι άπτεται ενδελεχούς οικονομικοπολιτικής  ανάλυσης. Το ενδιαφέρον εδώ είναι να δούμε ποιος χαράζει και δίνει την «γραμμή» για το τί ονομάζουμε Τέχνη και τί όχι.

Αν προσπαθήσουμε να δούμε την μεγάλη εικόνα στον τομέα της Τέχνης σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν μπορούμε να το κάνουμε με μόνο άξονα την Τέχνη την ίδια, γιατί είναι κάτι που διαμορφώνεται από την εποχή της. Η Τέχνη δεν είναι αυτοαναφορική αλλά «απαντάει» και «αποτυπώνει» την εποχή της. Τα κινήματα της Τέχνης που μπορούμε να δούμε ως ρηξικέλευθα είναι συνήθως μετά ή πριν τους μεγάλους πολέμους. Όπως επίσης μπορεί να είναι και το αποτύπωμα του οικονομικού μοντέλου μιας περιόδου ή μια χώρας.

Η Ελλάδα δυστυχώς ήταν πάντα ουραγός στα θέματα κυρίως των εικαστικών τεχνών. Οι αιτίες είναι πολλές, κυρίως λόγω της μη γεωγραφικής εγγύτητας με τις χώρες της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης όπου έχουν μακράν παράδοση για παράδειγμα στην ζωγραφική, αλλά και της καθυστέρησης του κοινοβουλευτισμού και της συγκρότησης ενός αστικού κράτους. Ακολουθούσε με κάποια καθυστέρηση τα ευρωπαϊκά ρεύματα, χωρίς να αλληλεπιδρά ή να συμμετέχει ενεργά στην ανάπτυξή τους.

Φτάνοντας στον 20ο αιώνα έχουμε στην χώρα μας μια κακέκτυπη αστική τάξη που λυμαίνεται τον χώρο της Τέχνης. Η Τέχνη, σε όλες της τις εκφάνσεις, είναι από και για την ιθύνουσα τάξη με σαφή ταξικά «τείχη». Η Βιοπολιτική, η πολιτική του μη άμεσου καταναγκασμού, θέτει τα όρια για το ποιος είναι ικανός και έχει δικαίωμα στο να απολαμβάνει την Τέχνη. Και αυτός είναι μόνο ο γνώστης και άριστος της κοινωνίας. Η προσαρμογή του αγαθού αυτού στον καπιταλιστικό και «χυδαίο» καταναλωτικό κόσμο είναι σχεδόν απόλυτη.

Το Κράτος ελέγχει τα δίκτυα αυτού του «προϊόντος». Η έννοια του μουσείου μόνο ουδέτερη δεν είναι. Παράγει πολιτική και ιδεολογική κατεύθυνση (από το ελάχιστο, για παράδειγμα το πώς είναι στημένη η εκάστοτε έκθεση), εξυπηρετεί διπλωματικές διακρατικές συμφωνίες, με πιο κραυγαλέο παράδειγμα την αποσιώπηση ιστορικών γεγονότων). Ειδικά στα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης το θέμα για παράδειγμα των δύο παγκοσμίων πολέμων, και κυρίως του ναζισμού είναι πολύ ευαίσθητο και στο όνομα της πολιτικής εναρμόνισης η γενική αρχή είναι η μη πρόκληση.

ΤΙ και κυρίως πώς λοιπόν παρουσιάζεται η Τέχνη στα μουσεία και κατ’ επέκταση στις γκαλερί;

Ας εστιάσουμε στις αρχές του 21ου αιώνα που διανύουμε. Οι κοινωνίες συγκλονίστηκαν, και ειδικά η ελληνική, από μια βαρύτατη οικονομική και αξιακή κρίση, από μεταναστευτικά κύματα που η διαχείρισή τους δίχασε την κοινωνία και από μια πολιτική επέλαση κοινοβουλευτικού νεοφιλελευθερισμού. Ο σκοπός της Τέχνης διαχρονικά και ενδογενώς είναι ανατρεπτικός, αλλά τον εξετέλεσε αυτόν τον σκοπό σε αυτή την περίοδο; Για την Ελλάδα η απάντηση, για την ώρα τουλάχιστον, είναι αρνητική. Και αυτό γιατί η κρίση σε όλα τα επίπεδα δεν ήταν η αιτία αλλά το αποτέλεσμα της κοινωνικού  και αξιακού ευτελισμού σε όλα τα επίπεδα της κουλτούρας και της αισθητικής που συντηρούνταν τις προηγούμενες δεκαετίες και διαπερνούσε την κοινωνία και διέλυε τον κοινωνικό της ιστό.

Ενδιαφέρον είναι ότι στο Βέλγιο και της Κάτω Χώρες, ακριβώς επειδή η Τέχνη λειτουργεί στην συλλογική μνήμη ως συγκολλητικό μέρος της βιωματικής τους αντίληψης για την συγκρότηση της ταυτότητάς τους, οι χώροι όπου παρουσιάζεται η Τέχνη, τα μουσεία και οι γκαλερί είναι «τόποι» που μπορούν να συναντηθούν οι γενιές και να τα οικειοποιηθούν χωρίς την υποχρέωση να μπουν στην εμπορική διαδικασία ή να αισθανθούν πως δεν ανήκουν εκεί ή ότι δεν είναι για αυτούς. Αυτό διαπερνά την κοινωνία και σε άλλες μορφές κοινωνικής συνάθροισης, όπως τα μεγάλα συνδικαλιστικά σωματεία. Οι ρίζες αυτής της κοινωνικής συμπεριφοράς που ευτυχώς στερούνται, τουλάχιστον σε αυτό το θέμα, συμπλεγμάτων είναι ιστορικές  και κοινωνικές.

Αν γίνει εδώ η σύγκριση με την ελληνική κοινωνία θα δούμε αμέσως τις διαφορές. Κανείς δεν απαγορεύει σε μια οικογένεια να επισκεφθεί μία γκαλερί αλλά δεν είναι μέσα στην παράδοσή μας, είναι ξένο κυρίως προς τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα, νομίζοντας πως η πιθανή οικονομική δυσκολία για την απόκτηση ενός έργου τέχνης είναι αυτόματα και μία δυσκολία κατανόησής του. Αυτό ακριβώς το φαινόμενο ονομάζουμε εδώ Βιοπολιτική.

«Η κάθε εποχή και κοινωνία  έχει την Τέχνη που της αρμόζει».

Οι γκαλερί έγιναν «εμπορικά μαγαζιά», εξυπηρετούν το εμπόριο και η τέχνη πουλιέται και αγοράζεται με όρους χρηματιστηρίου. Αυτό βέβαια ιστορικά δεν είναι καινούριο, αλλά για την ώρα, λείπει η αντίσταση στον ευτελισμό και την χυδαία εμπορευματοποίηση. Η τέχνη οφείλει από τη «φύση» της να αντικατοπτρίζει τα όνειρα και κυρίως το όραμα της εποχής, τις περισσότερες φορές ως πρόδρομος.

Στην χώρα μας,  μια χώρα χωρίς εγκιβωτισμένη παράδοση στις εικαστικές τέχνες, (έστω στην θέαση και τέρψη που προσφέρει η τέχνη, δικαίωμα που δεν απόκτησαν ποτέ οι μάζες), και με το διαρκές έλλειμμα της μη απαίτησης, ως αυτοδίκαιο δικαίωμα, συμμετοχής στην παραγωγή της τέχνης ενός λαού από τα προοδευτικά στρώματα, η Αριστερά κυρίως τις τελευταίες δεκαετίες (κυρίως μετά την επικράτηση της σοσιαλδημοκρατίας) δεν «επένδυσε» στην κουλτούρα ως όφειλε.

Δυστυχώς η Αριστερά στην Ελλάδα έπεσε σε μία διπλή παγίδα. Χρησιμοποίησε αντίστροφα τον ταξικό αποκλεισμό της από την τέχνη και την κουλτούρα που εντέχνως δημιούργησε η αστική τάξη, πιστώνοντάς της την «πατρότητα». Έτσι συντηρήθηκε το αφήγημα της ενδογενούς σχέσης, χρήσης και κυρίως παραγωγής  της τέχνης από την αστική τάξη, με την αριστερά να μην καταρρίπτει αυτό το αφήγημα, να μην καταδεικνύει την ταξική προέλευση αυτής της ριζωμένης στην εργατική και μικροαστική τάξη αντίληψης, συντηρώντας έναν συντηρητικό διαχωρισμό ταξικής πάλης και κουλτούρας.

Το  επείγον είναι να αγωνιστούμε για την Αισθητική που θα διαπερνά τις συνειδήσεις.