Ο δημοσιογράφος Νίκος Χειλάς γράφει στο ΕΝΑ για την επόμενη ημέρα των εκλογών στη Βαυαρία, την πολιτική «μοίρα» της Καγκελαρίου Μέρκελ και των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών  →

Η κρίση, λέγεται, αποτελεί ευκαιρία. Το ίδιο και η ήττα. Αυτό δεν ισχύει όμως προφανώς για τους Χριστιανοκοινωνιστές και τους Σοσιαλδημοκράτες της Βαυαρίας. Οι πρώτες αντιδράσεις τους στην πανωλεθρία που υπέστησαν την περασμένη Κυριακή στις βαυαρικές εκλογές προμηνύουν νέες καταστροφές. Η επόμενη καραδοκεί ήδη στη γωνία: Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι στις εκλογές για το κρατίδιο της Έσσης στις 28 Οκτωβρίου οι Χριστιανοδημοκράτες της Άνγκελα Μέρκελ (ο «μεγάλος αδελφός» των Χριστιανοκοινωνιστών) και το SPD θα χάσουν έκαστος ένα περίπου τέταρτο των ψηφοφόρων τους. Κι αυτό δεν θα πλήξει μόνο τις τοπικές οργανώσεις αλλά και τις ομοσπονδιακές. Μια πολύ πιθανή συνέχεια είναι ότι οι Σοσιαλδημοκράτες θα εγκαταλείψουν στη συνέχεια τον GroKo, τον μεγάλο συνασπισμό με τους Χριστιανοδημοκράτες στο Βερολίνο. Αυτό πάλι δεν θα κάνει καθόλου καλό στην κ. Μέρκελ. Το Spiegel κάνει λόγο για «εκλογές που θα κρίνουν τη μοίρα της Καγκελαρίου».

Οι αντιδράσεις των δύο κομμάτων είναι εξίσου σπασμωδικές, αλλά έχουν αντίστροφη πορεία.

Οι Χριστιανοδημοκράτες θα μπορούσαν να κάνουν την έκπληξη, αλλά δεν θέλουν. Προϋπόθεση γι’ αυτό θα ήταν μια ριζική αλλαγή πλεύσης, ιδίως μέσω της συγκρότησης ενός –πράγμα εντελώς ανορθόδοξο γι’ αυτούς– κυβερνητικού συνασπισμού με τους Πράσινους, που ήταν οι θριαμβευτές των εκλογών.

Αντί γι’ αυτό όμως, «same procedure…», κατά το γνωστό μονόπρακτο «Dinner for one» – κοινώς, μια από τα ίδια.

Πρώτον, στην Βαυαρία: Συνέχιση της ξενοφοβικής ρητορικής, παρόμοιας με εκείνη που χρησιμοποιεί το ακροδεξιό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), παραμέληση των καυτών προβλημάτων του πληθυσμού (υπέρογκα νοίκια, κακές σχολικές υποδομές, αποπνικτική ατμόσφαιρα λόγω των καυσαερίων στις πόλεις), εμμονή στην παραμονή του υπερσυντηρητικού Μάρκους Ζέντερ ως πρωθυπουργού του κρατιδίου – που από άποψη δημοτικότητας βρίσκεται μακράν πίσω από τους ομολόγους του στα συνολικά 16 γερμανικά κρατίδια. Το σχέδιό του να στήσει μία, όπως λέει, «αστική κυβέρνηση» με το κόμμα των Ελεύθερων Ψηφοφόρων δεν υπόσχεται φρέσκο πολιτικό αεράκι – οι τελευταίοι είναι συχνά πιο συντηρητικοί από τον ίδιο. Έτσι, παρόλο που το πάλαι ποτέ κραταιό χριστιανοκοινωνικό σύστημα, ήτοι το μονοπώλιο της εξουσίας, «είναι πλέον νεκρό» (Süddeutsche Zeitung), οι ταγοί του συνεχίζουν να κυβερνούν εν είδει πολιτικών ζόμπι. Τα χνώτα τους, δεύτερον, μολύνουν και το κόμμα της κ. Μέρκελ, η οποία, ενόψει τυχόν αποχώρησης των Σοσιαλδημοκρατών από τον GroKo, βλέπει ως τελευταία σανίδα σωτηρίας τους Πράσινους και θα ήθελε, προτού τους προσεταιριστεί τελειωτικά στο Βερολίνο, να βάλει τις βάσεις της συνεργασίας μαζί τους στο Μόναχο.

Οι Σοσιαλδημοκράτες θα ήθελαν να κάνουν την έκπληξη, αλλά δεν μπορούν. Στη Βαυαρία, όπου έπεσαν κάτω από το 10% των ψήφων, αποτελούν πλέον αμελητέα ποσότητα, ενώ και τα ποσοστά τους στις δημοσκοπήσεις πανγερμανικά βρίσκονται σε ελεύθερη πτώση. Η πρόεδρός τους Αντρέα Νάλες, συνεπικουρούμενη από τον υπουργό οικονομικών Όλαφ Σολτς, επιχειρούν μεν μια προσεκτική στροφή προς τα αριστερά (όπως έδειξε εντελώς πρόσφατα η πρότασή τους για τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού ταμείου ανεργίας), όμως η απήχησή της είναι ελάχιστη. Η Agenda 2010 το 2002-2003 και μετά του τότε Καγκελαρίου Γκέρχαρτ Σρέντερ, που είχε ως συνέπεια τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, τους καταδιώκει σαν κατάρα –  για πολλούς έπαψαν από τότε οριστικά να είναι ο συνήγορος του «μικρού ανθρώπου». Οι συμβιβασμοί που κάνουν εις βάρος του ίδιου «ανθρώπου» στο πλαίσιο της συνεργασίας τους με τους Χριστιανοδημοκράτες ενισχύει περαιτέρω αυτή την εντύπωση.

Και έτι χειρότερα: Πίσω από αυτή την «κατάρα» βρίσκεται η στρατηγική στροφή τους προς τον νεοφιλελευθερισμό, που άρχισε ήδη τη δεκαετία του ’90. Η στροφή αυτή επέβαλε ένα νέο είδος ανταγωνισμού ανάμεσα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που στηρίζεται στη μείωση των μισθών, των εισφορών στα ασφαλιστικά ταμεία, καθώς και των φορολογικών συντελεστών. Τη νύφη την πληρώνει το κράτος πρόνοιας, που χάνει έτσι συνεχώς πόρους – με αποτέλεσμα ή να μειώνει συνεχώς τις υπηρεσίες του ή να απειλείται με κατάρρευση. Από τον νέο αυτό ανταγωνισμό ωφελήθηκε πριν από όλα η Γερμανία, που εντός λίγων δεκαετιών έγινε ο οικονομικός ηγεμόνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τη μερίδα του λέοντος από τα κέρδη της καρπώθηκαν ωστόσο οι επιχειρηματίες, όχι το πλατύ κοινό, που έγινε θύμα του μισθολογικού ντάμπινγκ. Το κοινωνικό  κράτος δεν κατέρρευσε, γενικά μάλιστα παραμένει από τα καλύτερα της ηπείρου, έπαψε όμως να έχει την παλιά του σταθερότητα. Έγινε, όπως και μεγάλο μέρος της μισθωτής εργασίας, κυριολεκτικά επισφαλές. Η ανασφάλειά του μεταδίδεται κατόπιν στους ασφαλισμένους και όχι μόνο – κάτι που μεταφράζεται βαθμιαία σε συνεχή απώλεια εμπιστοσύνης στον δημιουργό και υπερασπιστή του:  τη Σοσιαλδημοκρατία.

Παρά τα αριστερά τους ανοίγματα, η Νάλες και οι συν αυτή δεν έδειξαν μέχρι τώρα πρόθυμοι να βγουν από την παγίδα του νεοφιλελευθερισμού. Ακόμα και «πράες» μεταρρυθμιστικές ιδέες, όπως ο περιορισμός του εξοντωτικού ανταγωνισμού μέσω μιας ευρωπαϊκής κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, τους είναι παντελώς ξένες. Αυτό προδικάζει και την τύχη τους: Χωρίς την υπεράσπιση του «μικρού ανθρώπου», χαΐρι, δηλαδή επιστροφή στις εκλογικές επιτυχίες, δεν γίνεται. Με τη συνέπειά τους στα οικολογικά προβλήματα, οι Πράσινοι έδειξαν ότι η επιστροφή αυτή είναι δυνατή. Όμως η μητέρα όλων των προβλημάτων παραμένει το κοινωνικό. Χωρίς πειστικές απαντήσεις σε αυτό, το εκλογικό έδαφος της Γερμανίας, που μεταπολεμικά ήταν από τα πιο σταθερά, θα μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε κινούμενη άμμο. Δύσκολο για το SPD, που χάνει καθημερινά χιλιάδες ψηφοφόρους, να σταθεί όρθιο σε αυτήν.