* Βαγγέλης Δ. Μαρινάκης, Πολιτικός Επιστήμονας, ΜSc Δημόσιες Πολιτικές – Η ανάλυση περιλαμβάνεται στο 19ο Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του ΕΝΑ

 

«Όλη σου η ζωή ένα θα ήθελα” και ένα “δεν τολμώ”»

Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Μάκβεθ

Με τον ρωσοουκρανικό πόλεμο να έχει μπει στο τρίτο έτος και τη συντριπτική εκλογική νίκη του Βλαντίμιρ Πούτιν στις πρόσφατες ρωσικές προεδρικές εκλογές να κρίνεται αναμενόμενη –ή και προκαθορισμένη, θα μπορούσαν να ισχυριστούν οι πλέον κακόπιστοι–, η αντίσταση της Μόσχας στις δυτικές κυρώσεις, οι οποίες έχουν επιβληθεί σε πρωτοφανή για τα σύγχρονα οικονομικά κλίμακα, είναι το στοιχείο εκείνο που συνεχίζει να εκπλήσσει.

Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους κατανοούν ότι τα μέτρα τους θα μπορούσαν να είναι αυστηρότερα – το τρέχον ανώτατο όριο τιμής του ρωσικού πετρελαίου, για παράδειγμα, περιορίζει μόνο τις εξαγωγές προς την Ευρώπη. Και όμως, οι προσδοκίες που υπήρχαν μέχρι και τον χειμώνα του 2023 ήταν ότι η πολιτική θα μπορούσε να εκτροχιάσει την πολεμική προσπάθεια του Κρεμλίνου.

Αυτή η πεποίθηση δεν ήταν άλογη, εδραζόταν στην πεποίθηση ότι η ιστορία έχει δείξει πώς η απειλή των κυρώσεων σε δολάριο –το ισχυρότερο ακόμη και σήμερα αποθεματικό νόμισμα– βοήθησε να σταματήσει μια εισβολή στην πορεία της. Το 1956, όταν η Βρετανία, η Γαλλία και το Ισραήλ εισέβαλαν στην Αίγυπτο για να ανακαταλάβουν τη Διώρυγα του Σουέζ, η κυβέρνηση του Προέδρου των ΗΠΑ Ντουάιτ Αϊζενχάουερ ήταν εξοργισμένη και απείλησε να αποσύρει την υποστήριξη των ΗΠΑ για τη στερλίνα αν οι παλιές αποικιακές δυνάμεις δεν αποσύρονταν αμέσως. Οι σύμμαχοι της Αμερικής έλαβαν υπόψη την απειλή.

Όμως, ενώ το δολάριο μπορεί να εξακολουθεί να έχει διεθνή οικονομική πρωτοκαθεδρία, η βελτίωση της στρατιωτικής θέσης της Ρωσίας παρά τις δυτικές κυρώσεις αποδεικνύει ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν πλέον να αντιστρέψουν ενέργειες που δεν τους αρέσουν απλά με ένα νεύμα του Υπουργείου Οικονομικών – ειδικά όταν οι διαφωνίες στο Κογκρέσο των ΗΠΑ συνεχίζονται σχετικά με τα πακέτα δισεκατομμυρίων δολαρίων για την πολεμική χρηματοδότηση της Ουκρανίας. Και η οικονομία της Ρωσίας, που είναι προστατευμένη από κυρώσεις, τη βοηθά να αποφύγει μια ήττα στην Ουκρανία.

Όπως αναφέρθηκε, ο μερικός αντίκτυπος των κυρώσεων υπό τη Δύση στη Ρωσία είναι σκόπιμος. Η συνεχής ροή ρωσικών υδρογονανθράκων θεωρείται απαραίτητη για τη σταθερότητα της παγκόσμιας ενεργειακής αγοράς από τις περισσότερες διεθνείς ηγεσίες – μια άποψη που γίνεται σιωπηρά αποδεκτή από τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ωστόσο, αυτή η πολιτική εξακολουθεί να έχει τους αντιπάλους της – μεταξύ άλλων, τον Ουκρανό Πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ο οποίος τάσσεται υπέρ ενός πλήρους εμπάργκο και έχει επικαλεστεί διάφορες ευρωπαϊκές εταιρείες που θεωρεί ότι βοήθησαν και υποστήριξαν τη Ρωσία.

Πέρα από την υπονόμευση της προβολής ισχύος των ΗΠΑ μέσω της συνεχιζόμενης οικονομικής αποδιαμεσολάβησης σε διεθνές επίπεδο (οι πρωτοβουλίες της ομάδα των BRICS κινούνται, για παράδειγμα, σε μια τέτοια λογική), υπάρχει μια σειρά από αξιόπιστα επιχειρήματα οικονομικής φύσεως αναφορικά με το γιατί η πολεμική προσπάθεια της Ρωσίας στην Ουκρανία αντιστάθηκε στο μπαράζ περιορισμών της Δύσης.

Σε χρηματοοικονομικούς όρους, το μεγάλο δημοσιονομικό κίνητρο της ρωσικής κυβέρνησης κατά τη διάρκεια της πανδημίας Covid-19 και στη συνέχεια για την υποστήριξη του πολέμου άνοιξε το δρόμο για ισχυρή ανάπτυξη και χαμηλή ανεργία διά της γνωρίμου οδού του κεϊνσιανισμού, ιατρικού πρώτα και μιλιταριστικού εν συνεχεία.

Η εμπορική ισχύς της Ρωσίας επανήλθε επίσης σε μια ισχυρή θέση σε σύντομο χρονικό διάστημα, μετά το αρχικό σοκ των δυτικών εταιρειών και επενδυτών που αποσύρθηκαν από το ρωσικό έδαφος. Επίσης, οι ισχυρές εξαγωγές –ιδιαίτερα οι θαλάσσιες εξαγωγές αργού πετρελαίου, οι οποίες αυξήθηκαν σε υψηλό σχεδόν 3,5 εκατομμυρίων βαρελιών την ημέρα το 2023– υποστηρίχθηκαν από ορισμένες ευρωπαϊκές ναυτιλιακές εταιρείες, προς μεγάλη απογοήτευση της Ουκρανίας. Δεν είναι εδώ καθόλου αδόκιμο να θυμηθούμε την ελληνική περίπτωση, με τα τάνκερ που μετέφεραν και αποφόρτωναν πετρέλαιο στη μέση του Λακωνικού Κόλπου. Μάλιστα, σύμφωνα με έρευνα του 2023 από την Global Witness, ΜΚΟ που διερευνά και καταγράφει τους δεσμούς μεταξύ της εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων, της διαφθοράς και των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παγκοσμίως, ένα δίκτυο επτά γηγενών ναυτιλιακών εταιριών κυριάρχησαν στο άμεσο εμπόριο ρωσικού πετρελαίου εν καιρώ πολέμου, ανταγωνιζόμενες μάλιστα σε ποσότητα μαύρου χρυσού τη Sovcomflot, τη μεγαλύτερη ναυτιλιακή εταιρεία της Ρωσίας, η οποία εν πολλοίς βρίσκεται υπό τον έλεγχο του Κρεμλίνου. Και ενώ η μεταφορά ρωσικών υδρογονανθράκων δεν αποτελεί ρητή παραβίαση των κυρώσεων της Δύσης, η κυβέρνηση της Ουκρανίας συνέχισε να τονίζει ότι η χρηματοδότηση του Κρεμλίνου είναι σοβαρή, ρίχνοντας έτσι νερό στο μύλο της βίαιης πολεμικής του προσπάθειας.

Στη μεγάλη εμπορική εικόνα, πέρα από τη διαρκή κίνηση που εξασφάλισε η Μόσχα ως προς το εμπόριο πετρελαίου και υδρογονανθράκων, ορισμένα κράτη έχουν αυξήσει σημαντικά τις εμπορικές τους συναλλαγές με τη Ρωσία, μετατρέποντας εαυτούς σε κόμβους  για δυτικά αγαθά που δεν θα έφταναν πλέον στη Ρωσία διά της νομίμου οδού. Χαρακτηριστικά, σύμφωνα με τα δικά της τελωνειακά στοιχεία, η Κίνα αύξησε τις εξαγωγές της προς τη Ρωσία κατά 26,3% σε 240 δισεκατομμύρια δολάρια πέρυσι, την ίδια στιγμή που οι μισές εξαγωγές πετρελαίου κατευθύνονται προς το Πεκίνο. Η Λευκορωσία, με τη σειρά της, είδε τις εξαγωγές προς τη γείτονα χώρα να ανέρχονται σε 47 δισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με επίσημες κυβερνητικές πηγές. Τα στοιχεία της Τουρκίας δείχνουν εμπορικές συναλλαγές 20,9 δισεκατομμυρίων ευρώ, με την πώληση ειδών στρατιωτικής τεχνολογίας να ανθεί, ενώ παρόμοια αυξητική τάση παρατηρείται και για άλλα κράτη της Κεντρικής Ασίας (τη μερίδα του λέοντος εδώ έχει το Καζακστάν) ή την Αρμενία. Ανάλογη μάλιστα είναι η έκθεση των τραπεζικών ομίλων αυτών των χωρών στη ρωσική αγορά, δημιουργώντας στη Ρωσία ένα επιπλέον safety net για τον ζωτικό αυτό κλάδο.

Τα κεφάλαια που συνεχίζει να συλλέγει η Ρωσία από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο ανακατευθύνονται, όπως είναι αναμενόμενο, προς την ενίσχυση του στρατιωτικού βραχίονα (και κατ’ επέκταση την κατοχή της ανατολικής Ουκρανίας) και των χερσαίων δυνάμεων της Ρωσίας, οι οποίες έχουν σημειώσει πρόσφατα προόδους στην περιοχή του Ντόνετσκ. Εν τω μεταξύ, η κυβέρνηση Ζελένσκι εξαντλεί τους δικούς της πόρους πιο γρήγορα από ό,τι μια διστακτική Δύση μπορεί να τους αναπληρώσει. Σαν να μην έφτανε αυτό, η προαναφερθείσα όσμωση μεταξύ της ρωσικής οικονομίας και των αντίστοιχων οικονομιών των περιφερειακών κρατικών δρώντων διαμορφώνει μια οιονεί συμμαχία, η οποία, αντί να υποχωρεί, υπό το βάρος των όποιων συνεπειών, ενισχύεται, φέρνοντας τη Μόσχα σε πλεονεκτική θέση ενεργειακού τροφοδότη μιας ομάδας ισχυρών οικονομιών με ανεξάρτητη ατζέντα.

Ο καταστροφικός απομονωτισμός της αμερικανικής Δεξιάς, η αναμφισβήτητα καθυστερημένη αντίδραση της Ευρώπης για την αντιμετώπιση του διπλωματικού και στρατιωτικού φαινομένου Πούτιν, αλλά και οι κυρώσεις, που ενόχλησαν αλλά δεν εμπόδισαν πλήρως το Κρεμλίνο, καθιστούν την εκδίωξη της Ρωσίας από το Ντονμπάς –και σίγουρα από την Κριμαία– μια ολοένα πιο απίθανη προοπτική.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το σχετικό αδιέξοδο, που εντάθηκε 2023, έχει μετατραπεί πλέον αισθητά σε πλεονέκτημα υπέρ της Ρωσίας. Τίθεται έτσι αμείλικτο πια το ερώτημα εάν θα χρειαστούν περαιτέρω σημαντικές εδαφικές απώλειες στο Ντονμπάς –και εικόνες των δυνάμεων της Ουκρανίας σε υποχώρηση– για να αναγκαστεί τελικά η υπό την ηγεσία των ΗΠΑ συμμαχία να ανανεώσει τα μέτρα της για να σταματήσει τον Πούτιν. Και κυρίως εάν αυτά πια αρκούν.