Ανάλυση του Κωνσταντίνου Φίλη, Εκτελεστικού Διευθυντή του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου – Το κείμενο περιλαμβάνεται στην ειδική έκδοση του ΕΝΑ «Ελλάδα, Τουρκία,  Νοτιοανατολική Μεσόγειος & ανταγωνισμοί ισχύος» 

Οι σχέσεις της Ελλάδας με την Τουρκία βρίσκονται στην κρισιμότερη καμπή των τελευταίων δεκαετιών. Η πανδημία δημιουργεί νέα δεδομένα και δεν γνωρίζουμε, μεταξύ άλλων, πώς και πόσο θα «σημαδέψει» τις οικονομίες Ελλάδας και Τουρκίας. Η επαναφορά, λοιπόν, όταν το επιτρέψουν οι υγειονομικές συνθήκες, σε μία σχετική οικονομική και κοινωνική κανονικότητα και δη σε ένα μεταβατικό στάδιο προς τον ψηφιακό κόσμο/οικονομία και με κύριο γνώμονα τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας, θα αποτελέσουν εκ των πραγμάτων προτεραιότητες για την Αθήνα και την Άγκυρα. Εντούτοις, παρότι υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να περιοριστεί η όρεξη για τσακωμούς, δυστυχώς η Τουρκία μέχρι την απόσυρση του Ορούτς Ρέις, μέσω των τριών παράνομων NAVTEX της, είχε ανεβάσει επικίνδυνα το θερμόμετρο της έντασης. Η κατάσταση θα παραμείνει ρευστή, οι δυσκολίες του Ερντογάν στο εσωτερικό τον ωθούν συχνά σε σπασμωδικές κινήσεις, οι εκατέρωθεν ακραίοι τροφοδοτούνται από τις εντάσεις, άρα επιδιώκουν να τις συντηρούν, οι δίαυλοι επικοινωνίας έχουν κοπεί και πρέπει να αποκατασταθούν και το γενικότερο μούδιασμα της Δύσης μάς προβληματίζει.

Όμως, η εξίσωση είναι πολυπαραγοντική: η θέση της Τουρκίας στο δυτικό γίγνεσθαι, η κλίση της προς την Ανατολή όπου συγκρούεται με τις αδήριτες οικονομικές της ανάγκες, τυχόν πολιτικές ανακατατάξεις (και) λόγω πανδημίας, ο ένοικος του Λευκού Οίκου μετά τις εκλογές του ερχόμενου Νοεμβρίου, η μάχη επιβίωσης της ΕΕ, η επίδραση των τιμών ενέργειας στα projects της Ανατολικής Μεσογείου, ενδεχομένως ακόμη και στο Κυπριακό, οι εξελίξεις στη Συρία και κυρίως στη Λιβύη, οι οριοθετήσεις των θαλασσίων ζωνών στην ευρύτερη περιοχή, οι ιδιαίτερες ισορροπίες με Ισραήλ και Αίγυπτο (κρίσιμη η διατήρηση ή μη του αλ-Σίσι στην εξουσία) και το προσφυγικό/μεταναστευτικό ζήτημα είναι μόνο μερικές από τις παραμέτρους που θα καθορίσουν την επόμενη μέρα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Γίνεται, συνεπώς, αντιληπτό ότι σε αυτό το ρευστό σκηνικό, η ενέργεια θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο. Ως καταλύτης είτε συνεργασίας είτε σύγκρουσης.

Στα αμιγώς διμερή, τον περασμένο Απρίλιο στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της Τουρκίας δημοσιεύτηκαν αιτήσεις της τουρκικής εταιρείας ερευνών πετρελαίου (TPAO) για επτά περιοχές και 16 επιπλέον του τουρκολιβυκού συμφώνου θαλάσσια τεμάχια[1] για έρευνες στα όρια των ελληνικών χωρικών υδάτων, σε περιοχές βορειοανατολικά και ανατολικά της Ρόδου, ανατολικά της Καρπάθου και της Κρήτης. Αυτή η κίνηση αποτελεί εφαρμογή της κατάθεσης χαρτών και συντεταγμένων από μεριάς Άγκυρας στον ΟΗΕ, το Μάρτιο του 2020. Οι πληροφορίες κάνουν λόγο για απόπειρα δέσμευσης περιοχών που προσεγγίζουν τα 6 μίλια από τα προαναφερθέντα ελληνικά νησιά. Η επόμενη κίνηση, που αναμένεται σύντομα, θα είναι η Γενική Γραμματεία Ορυχείων και Πετρελαίων της Τουρκίας να παραχωρήσει τις σχετικές άδειες. Ανάλογα με τις συνθήκες, θα μπορούσε να ακολουθήσει η διεξαγωγή σεισμικών ερευνών και αργότερα ερευνητικών γεωτρήσεων στις συγκεκριμένες περιοχές. Βέβαια, πέραν των οικονομικών δεδομένων, που για την ώρα δεν ευνοούν τέτοιες ενέργειες, η γεωπολιτική διάσταση της διπλωματίας των σεισμογραφικών και πλωτών γεωτρύπανων είναι προφανής. Όμως, μη λησμονούμε ότι η Άγκυρα έχει διαθέσει πάνω από 1 δισ. δολάρια για να εξασφαλίσει τρία πλωτά γεωτρύπανα, ενώ πασχίζει να αποκτήσει την απαραίτητη τεχνογνωσία.

Στα σημεία για τα οποία κατατέθηκαν τα σχετικά αιτήματα, και όπου η Τουρκία θεωρεί ότι εκτείνεται η υφαλοκρηπίδα της, δεν θέλει να αφήσει κανένα περιθώριο ελιγμών στην Ελλάδα. Τι, λοιπόν, επιδιώκει με αυτή την κίνηση;

  • Κάνει πράξη τις μαξιμαλιστικές θέσεις της για Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο.
  • Αναγνωρίζει στην Ελλάδα συρρικνωμένη κυριαρχία (στα 6 μίλια, άλλωστε υφίσταται το casus belli για τυχόν επέκταση των χωρικών υδάτων) και εκμηδενίζει τα κυριαρχικά της δικαιώματα επί υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ.
  • Δηλώνει επικυρίαρχη στην ευρύτερη περιοχή και προκαλεί όποιον την αμφισβητήσει να το αποτολμήσει έμπρακτα.
  • Δείχνει προς το εσωτερικό ακροατήριο ότι αποκρούει αποτελεσματικά την προσπάθεια απομόνωσής της από τα τριμερή σχήματα (Ελλάδας-Κύπρου εναλλάξ με Ισραήλ και Αίγυπτο), με τη συμμετοχή ΗΠΑ και Γαλλίας, και πως τώρα είναι αυτή σε πλεονεκτική θέση.
  • Επιδιώκει να επιβάλει στην Ελλάδα μία διμερή, εφ’ όλης της ύλης, διαπραγμάτευση με το μαχαίρι στο λαιμό της Αθήνας, ειδάλλως, την αποδοχή τετελεσμένων καταστάσεων.
  • «Αποκόπτει» την Κρήτη από τα Δωδεκάνησα, δηλαδή τη συνέχεια της νησιωτικής Ελλάδας και ουσιαστικά την Ελλάδα από την Ανατολική Μεσόγειο.
  • «Δοκιμάζει» τους δυτικούς της εταίρους, δείχνοντας αποφασιστικότητα να φτάσει μέχρι τέλους.
  • Στέλνει «προειδοποιητική βολή» για την ενδεχόμενη οριοθέτηση ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου.

Υπογραμμίζεται, πάντως, ότι αντίστοιχες άδειες για δέσμευση περιοχών (τρεις εν προκειμένω, νοτιοανατολικά της Ρόδου και νότια του Καστελλόριζου) είχαν εκδοθεί και το 2012 και μέχρι τις 10 Αυγούστου του 2020 δεν είχαν γίνει συστηματικές σεισμικές έρευνες, πολλώ δε μάλλον ερευνητικές γεωτρήσεις. Όμως, σε απάντηση στη συμφωνία Ελλάδας-Αιγύπτου, η οποία ενόχλησε σφόδρα την Άγκυρα καθώς χτυπά στην «καρδιά» το τουρκολιβυκό σύμφωνο, επί 35 μέρες το Ορούτς Ρέις διεξήγαγε παρανόμως δισδιάστατες σεισμικές έρευνες σε μη οριοθετημένη περιοχή. Μόλις στις 12 Σεπτεμβρίου 2020, κόντρα στα προγνωστικά, η Τουρκία δεν ανανέωσε τη NAVTEX, που θα έφερνε το σεισμικό της σκάφος είτε στα όρια της δυνητικής ελληνικής υφαλοκρηπίδας (12 ν.μ.) ή ακόμη και μεταξύ 6 και 12 ν.μ., πιεζόμενη από σειρά παραγόντων.

Η μετάβαση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ), που τοποθετείται χρονικά στο 2050, είναι μία αυτονόητη επιλογή, η οποία ωστόσο εμπεριέχει δυσκολίες. Το ευτύχημα είναι πως η τεχνολογία εξελίσσεται με ταχείς ρυθμούς, ώστε να καμφθούν τα εμπόδια που σχετίζονται τόσο με το κόστος παραγωγής όσο κυρίως με τις δυνατότητες αποθήκευσης, που για την ώρα φέρνουν τις ΑΠΕ σε μειονεκτική θέση. Σύμφωνα με τους ειδικούς, στο μεσοδιάστημα (2020-2050), μέχρι δηλαδή να φτάσουμε σε μία οικονομία απαλλαγμένη από τις εκπομπές άνθρακα, το φυσικό αέριο και το LNG, ως καθαρότερες μορφές ενέργειας από άνθρακα, λιγνίτη και πετρέλαιο θα κυριαρχήσουν. Οπότε, ο χρόνος πιέζει για αποφάσεις και υλοποίηση έργων φυσικού αερίου και LNG για τη σύνδεση της Ανατολικής Μεσογείου με την ευρωπαϊκή αγορά, χωρίς να αποκλείεται, το αντίθετο, η παράλληλη επένδυση στις ΑΠΕ.

Σε αυτή τη σύνθετη εξίσωση, δύο κράτη-μέλη της ΕΕ, η Ελλάδα και η Κύπρος προωθούν συνέργειες με τις υπόλοιπες χώρες της περιοχής (κυρίως Αίγυπτο και Ισραήλ) προκειμένου να διασφαλίσουν την ομαλή πρόσβαση της ΕΕ στις πλουτοπαραγωγικές πηγές της περιοχής. Συνάμα, βέβαια, έχουμε στραμμένο το βλέμμα μας τόσο στην ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγής όσο και στις ΑΠΕ, αξιοποιώντας τις κλιματικές συνθήκες. Τέλος, το μήνυμα προς την Τουρκία, τη δεύτερη μεγαλύτερη αγορά της περιοχής μετά την Αίγυπτο, είναι πως δεν επιθυμούμε τον αποκλεισμό της, αλλά την εποικοδομητική και βάσει του διεθνούς δικαίου και των κανόνων της αγοράς εμπλοκή της. Ασφαλώς, η λύση του Κυπριακού, όπως και η ανάκτηση της αξιοπιστίας της με έμπρακτη εξομάλυνση και αποκατάσταση των σχέσεων με τις γειτονικές της χώρες, θα συνέβαλε σε αυτή την κατεύθυνση. Αντιλαμβάνεται, άραγε, η αλαζονική τουρκική ηγεσία το προφανές;  Ο χρόνος θα  δώσει την απάντηση.

[1] Το αίτημα υποβλήθηκε στις 21 Απριλίου 2020.