* Γιάννης Γούναρης, Δικηγόρος, LLM London School of Economics, Διδάκτωρ Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών – Η ανάλυση περιλαμβάνεται στο 19ο Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του ΕΝΑ → 

Ένας χάρτινος ευρωστρατός ως καρικατούρα του ΝΑΤΟ

Ο πρόεδρος της Γαλλίας δεν είναι μόνος στην επιθυμία του να εξοικειώσει τους Ευρωπαίους με την ιδέα ενός πολέμου. Ο Πολωνός πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ και ο Βέλγος πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ, όπως και ο «επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας» (ούτως ειπείν) Ζοσέπ Μπορέλ, έχουν ομοίως διαμηνύσει σε δραματικούς τόνους ότι «ο πόλεμος δεν είναι πια ένα φανταστικό σενάριο» και ότι καλό θα ήταν να αρχίσουμε να προετοιμαζόμαστε για αυτόν.

Η διαφορά του Μακρόν είναι ότι δηλώνει έτοιμος να στείλει γαλλικά στρατεύματα στην Ουκρανία, επικεφαλής ενός ευρωπαϊκού «συνασπισμού των προθύμων». Μάλιστα, κατηγορεί για δειλία όσους δεν δείχνουν και τόσο πρόθυμοι να τον ακολουθήσουν σε μια τέτοια πολεμική περιπέτεια. Ίσως να έχει πειστεί ότι ο μόνος τρόπος να αποτραπεί μια ρωσική εισβολή στην Ευρώπη είναι να ανακοπεί ο Πούτιν στις ουκρανικές πεδιάδες. Ίσως να έχει προεξοφλήσει την ήττα της Ουκρανίας και να αγωνιά για το ποια ευρωπαϊκή χώρα θα είναι ο επόμενος στόχος της ρωσικής επιθετικότητας. Ίσως να τον κρατά άγρυπνο η ιδέα του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο – ή, ακόμα χειρότερα, της Μαρίν Λεπέν στο Μέγαρο των Ηλυσίων. Ίσως, πάλι, σε όλα αυτά να διακρίνει μια ευκαιρία να βγει μπροστά η Γαλλία –και ο ίδιος– ως η εγγυήτρια δύναμη της ευρωπαϊκής ασφάλειας, ισοσκελίζοντας τη γερμανική πρωτοκαθεδρία στην Ευρωζώνη.

Όποια και να είναι η αιτία της ξαφνικής προθυμίας του Μακρόν (και λοιπών) να υψώσουν τα λάβαρα του πολέμου, υπάρχει μια αδήριτη πραγματικότητα, που αποκλείει εκ των προτέρων οποιαδήποτε σκέψη για τη δημιουργία ενός ευρωστρατού, άλλως: μιας αμιγώς ευρωπαϊκής στρατιωτικής ένωσης παράλληλης και ανεξάρτητης από το ΝΑΤΟ.

Ο λόγος για αυτό είναι ότι, από στρατηγικής και επιχειρησιακής απόψεως, μια τέτοια ένωση δεν έχει κανένα νόημα. Ποια αποστολή θα είχε που δεν καλύπτεται ήδη από την εντολή της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, δηλαδή την ανάσχεση της ρωσικής απειλής; Και, εφόσον αυτή καλύπτεται ήδη, ποιος ο λόγος να δημιουργηθούν αντίγραφα των δομών, των στρατηγείων και των στρατιωτικών σχηματισμών του ΝΑΤΟ που ήδη λειτουργούν επί του πεδίου;

Εξάλλου, όσο η ΕΕ αποτελείται από έθνη-κράτη, η ιδέα ενός κοινού στρατού υπό ευρωπαϊκή διοίκηση είναι θεμελιωδώς λανθασμένη. Οποιοσδήποτε τέτοιος στρατός θα τελούσε αναγκαστικά υπό τη σκιά του βέτο όχι μόνο των μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών αλλά και οποιουδήποτε άλλου κράτους-μέλους έχει μια διαφορετική προσέγγιση στη χρήση ένοπλης βίας. Και αυτό δεν είναι κάτι αρνητικό, αλλά μάλλον αυτονόητο. Αντιθέτως, θα ήταν εκτός πραγματικότητας ένα υποθετικό σενάριο όπου το Παρίσι, το Βερολίνο, η Ρώμη και η Βαρσοβία (ή η Αθήνα) θα επέτρεπαν να συμμετάσχουν οι στρατιώτες τους σε μια επιχείρηση υπό τη σημαία της ΕΕ, χωρίς να έχουν λόγο στην απόφαση και το σχεδιασμό. Το εάν ο πρόεδρος Μακρόν θα στείλει ή όχι Γάλλους στρατιώτες στην Ανατολική Ευρώπη θα συνεχίσει να είναι στην αποκλειστική διακριτική ευχέρεια του ίδιου ως αρχηγού του γαλλικού κράτους, όχι της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.

Αποτέλεσμα: οι ατελείωτες διαμάχες και τριβές που ήδη χαρακτηρίζουν μια συνηθισμένη συνεδρίαση του Συμβουλίου Υπουργών της ΕΕ απλώς θα μεταφέρονταν σε μια διπλανή αίθουσα, αυτή του στρατιωτικού επιτελείου.

Από αυτή την άποψη, είναι πολύ λογικότερο και λειτουργικότερο να αυξήσουν τα ευρωπαϊκά κράτη τις στρατιωτικές τους δυνατότητες σε ατομική βάση, να διατηρήσουν την ευελιξία να επιλέγουν τα ίδια το βαθμό της εμπλοκής τους σε συμμαχικούς στρατιωτικούς σχηματισμούς και επιχειρήσεις και να ενισχύσουν το συντονισμό τους εντός του πλαισίου που ήδη παρέχει το ΝΑΤΟ – και πάντα με τον αμερικανικό αετό να υπερίπταται, έστω και περισσότερο διακριτικά, κάτι που μπορεί να μην ενθουσιάζει ιδιαίτερα τον Μακρόν, αλλά που επιθυμούν διακαώς τα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, για να μη μιλήσουμε για τους Βρετανούς και τους Γερμανούς.

Με άλλα λόγια, είναι αρκετά σίγουρο ότι, με όποια έκβαση κι αν λήξει ο πόλεμος στην Ουκρανία, η επόμενη μέρα θα μοιάζει με έναν Ψυχρό Πόλεμο 2.0. Ένα νέο σιδηρούν παραπέτασμα θα χωρίζει τη Ρωσία από την Ευρώπη, ενώ το ΝΑΤΟ –και μόνο το ΝΑΤΟ–θα έχει αναλάβει εκ νέου τον ρόλο του στρατιωτικού παρόχου ασφάλειας. Εάν υπάρχει κάποιος αυξημένος ρόλος για τους Ευρωπαίους σε αυτό το σχήμα, αυτός θα περιοριστεί αυστηρά εντός της ίδιας της Συμμαχίας, με την ανάληψη μεγαλύτερου λειτουργικού, επιχειρησιακού –και οικονομικού– βάρους έναντι των Αμερικανών. Ο ίδιος ο Τραμπ το έχει καταστήσει αυτό σαφές.

Πώς θα έμοιαζε μια στρατηγικά αυτόνομη ΕΕ

Τα παραπάνω, αντί να αποδίδουν στην Ευρώπη την εικόνα ισχυρού παράγοντα παγκόσμιας κλάσης, την οποία, υποτίθεται, επιδιώκουν οι μετριότατες προσωπικότητες που βρίσκονται στις ηγετικές θέσεις, στην πραγματικότητα έχουν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα: επιβεβαιώνουν ότι η Ευρώπη σήμερα είναι η σκιά του αλλοτινού εαυτού της, σε οικονομική, πολιτική και κοινωνική παρακμή και πλήρως ενταγμένη στο στρατηγικό σχέδιο των ΗΠΑ για την περιχαράκωση και στεγανοποίηση μιας «δυτικής» (διάβαζε: αμερικανικής) σφαίρας εξαρτημένης από τις ίδιες σε στρατηγικό, οικονομικό, ακόμα και πολιτισμικό-αξιακό επίπεδο. Κάτι που ενίοτε προκαλεί τη λιγότερο ή περισσότερο καλυμμένη χλεύη τού εκτός του δυτικού στρατοπέδου κόσμου. Ιδίως μεταξύ των χωρών του παγκόσμιου Νότου, οι οποίες στην πλειοψηφία τους υπήρξαν κάποτε τμήμα των υπερπόντιων αυτοκρατοριών της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας. Μολονότι και οι ίδιες θα έβλεπαν πολύ θετικά μια στρατηγικά αυτόνομη Ευρώπη ως τρίτο και εξισορροπητικό πόλο ισχύος μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας.

Ωστόσο, πόσο σοβαρά θα μπορούσε να πάρει μια μέση ανερχόμενη δύναμη του άλλοτε υποτιμητικά καλούμενου «τρίτου κόσμου» τις διακηρύξεις των Ευρωπαίων –και πρώτα του ίδιου του Μακρόν– περί στρατηγικής αυτονομίας, όταν αυτές δεν τολμούν καν να αναφέρουν έναντι ποιου υπερατλαντικού ηγεμόνα θα ήταν στρατηγικά αυτόνομη η Ευρώπη, αν της επιτρεπόταν κάτι τέτοιο;

Και πόσο στρατηγικά αυτόνομη είναι μια Ευρώπη η οποία αντιλαμβάνεται τον ρόλο της στην ουκρανική κρίση σαν κάποια άσκηση του πώς μπορεί να φανεί βασιλικότερη του βασιλέως χρησιμοποιώντας μια ρητορική ακόμα πιο φιλοπόλεμη και από αυτή των ίδιων των ΗΠΑ, με τη διαφορά ότι δεν διαθέτει καν τη στρατιωτική ισχύ που θα καθιστούσε την εν λόγω ρητορική έστω στοιχειωδώς αξιόπιστη;

Η Ευρώπη έχασε την ευκαιρία να διαμορφώσει και να επιβάλει η ίδια ένα ειρηνευτικό σχέδιο για την Ουκρανία την εποχή των Συμφωνιών της Κωνσταντινούπολης, όταν για λίγο φάνηκε ότι ο πόλεμος θα μπορούσε να λήξει στην αρχή του με μια διευθέτηση που θα διατηρούσε την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας, θα τη συνέδεε με την ΕΕ και θα της παρείχε εγγυήσεις ασφάλειας, με αντάλλαγμα την παραχώρηση της Κριμαίας, τη στρατιωτική ουδετερότητα και την παροχή αυτονομίας και γλωσσικών προνομίων στις ρωσόφωνες περιοχές του Ντονμπάς. Πλέον, αυτό το πλοίο έχει σαλπάρει οριστικά και ο πόλεμος, όταν και εφόσον λήξει, θα λήξει υπό εντελώς διαφορετικούς όρους.

Ευρύτερα, όσο κι αν την αναζητήσει κανείς, δεν θα βρει μια στιβαρή ευρωπαϊκή πρόταση για τη διαμόρφωση μιας συνολικής αρχιτεκτονικής για την ασφάλεια και την ειρήνη στην ευρωπαϊκή ήπειρο, η οποία εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να αποκλείει τη Ρωσία, αν θέλει να είναι αντάξια του ονόματός της. Μιας αρχιτεκτονικής που –υπό εντελώς άλλες συνθήκες– θα προέκυπτε δυνητικά μέσω της μεταρρύθμισης και της αναβάθμισης του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, ως μέρος μιας ειρηνευτικής συμφωνίας για τη λήξη του πολέμου στην Ουκρανία. Κι όμως, αυτό θα ήταν ίσως το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως θετικό κίνητρο για τη Ρωσία, ώστε να εγκαταλείψει τον πόλεμο ως μέσο άσκησης πολιτικής με άλλα μέσα, για να θυμηθεί κανείς τον Κλάουζεβιτς. Το ειρωνικό της υπόθεσης είναι ότι μια παρόμοια διευθέτηση δεν αποκλείεται να προκύψει τελικά. Όχι όμως ως αποτέλεσμα κάποιας ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας για την ειρήνευση του οίκου της, αλλά ως προϊόν απευθείας συνεννόησης –de facto ή de jure– μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας, ερήμην των Ευρωπαίων.

Ομοίως αγνοείται κάποιο ευρωπαϊκό σχέδιο για την κατεπείγουσα κατάπαυση του πυρός στη Γάζα και ευρύτερα στη Μέση Ανατολή και για την πρόσβαση του πληθυσμού σε ανθρωπιστική βοήθεια, προτού η κατάσταση κλιμακωθεί σε ανεξέλεγκτο και μη αναστρέψιμο βαθμό και εκραγεί ένας μείζων περιφερειακός πόλεμος που θα τινάξει ολόκληρη την τόσο εύφλεκτη αυτή περιοχή στον αέρα. Η για πρώτη φορά απευθείας επίθεση του Ιράν στο Ισραήλ –η οποία, εντούτοις, δεν προέκυψε εν κενώ, αλλά ως λελογισμένα αντίποινα για την προηγηθείσα επίθεση του τελευταίου στη διπλωματική αποστολή του πρώτου στη Δαμασκό– είναι μια ακόμα ένδειξη (αν και δεν χρειάζονται περαιτέρω ενδείξεις) για το πόσο κοντά βρισκόμαστε σε κάτι τέτοιο. Οι συνέπειες για την Ευρώπη και την ανθρωπότητα θα ήταν ασύλληπτες.

Κι όμως, η Ευρώπη είναι παντελώς απούσα. Όχι μόνο έχει εγκαταλείψει την ίδια της την πολιτική για ειρήνη στη Μέση Ανατολή, με κύριους άξονες τη λύση των «δύο κρατών» για το παλαιστινιακό ζήτημα και την επίσημη αναγνώριση του κράτους του Ισραήλ από όλα τα κράτη της περιοχής, αλλά δειλιάζει ακόμα και να χαρακτηρίσει τα όσα διαπράττονται στη Γάζα από τις ένοπλες δυνάμεις του Ισραήλ ως εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Κάτι που δεν συνιστά απλά άποψη ή αυθαίρετη κρίση κάποιων νομικών του διεθνούς δικαίου, αλλά φέρει τη σφραγίδα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ και του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης. Εύλογα, λοιπόν, θα αμφισβητούσε κανείς έντονα το εάν και κατά πόσον η Ευρώπη είναι πλέον σε θέση να επικαλείται το δήθεν ηθικό της πλεονέκτημα για να κάνει μάθημα σε άλλους περί ανθρωπιστικών αξιών και διεθνούς νομιμότητας.

H θλιβερή αλήθεια είναι ότι η τελευταία φορά που η Ευρώπη –ή, μάλλον, κάποιες ευρωπαϊκές χώρες, ιδίως η Γαλλία και η Γερμανία– άσκησαν στρατηγικά αυτόνομη πολιτική ήταν περισσότερο από είκοσι χρόνια πριν, όταν εναντιώθηκαν στην παράνομη εισβολή των ΗΠΑ και του τότε «συνασπισμού των προθύμων» (στον οποίο συμπεριλαμβάνονταν, άλλωστε, ουκ ολίγα και εξίσου σημαντικά κράτη της ηπείρου) στο Ιράκ. Μια εισβολή που εν πολλοίς ολοκλήρωσε την αποδόμηση του κλασικού μεταπολεμικού μοντέλου διεθνούς δικαίου με βάση τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ που είχε ξεκινήσει με τους «ανθρωπιστικούς» βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ κατά της Σερβίας λίγα χρόνια πριν. Από εκείνο το σημείο και μετά, ακόμα και η ανάγκη τήρησης κάποιων προσχημάτων από την πλευρά μιας Δύσης, που πίστεψε ότι η στιγμή της μονοπολικής της ηγεμονίας θα διαρκούσε για πάντα, έπαψε να υφίσταται.

Όλα αυτά ίσως τα αντιλαμβάνεται σε κάποιο ενδόμυχο επίπεδο ο Εμανουέλ Μακρόν, κάτι που θα εξηγούσε, ψυχολογικά τουλάχιστον, τις αντιδράσεις του. Το ίδιο πιθανό είναι όμως να μην έχει αντιληφθεί ούτε αυτός ούτε οι υπόλοιποι απολύτως τίποτα.