Ανάλυση του Βαγγέλη Μαρινάκη, Πολιτικού Επιστήμονα, μεταπτυχιακού φοιτητή στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου – Το κείμενο περιλαμβάνεται στο 38o Δελτίο Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του ΕΝΑ →

Στις αρχές Μαρτίου η Ευρωπαϊκή Ένωση από κοινού με τις ΗΠΑ επέβαλαν κυρώσεις εις βάρος υψηλόβαθμων Ρώσων αξιωματούχων και 14 οντοτήτων που ενέχονται στην παρασκευή χημικών παραγόντων ως απάντηση στη δηλητηρίαση και τη φυλάκιση του επικριτή του Κρεμλίνου, Αλεξέι Ναβάλνι. Λίγες ημέρες αργότερα ακολούθησε δίωξη δύο Ρώσων που κατηγορούνται για δίωξη ατόμων της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας στην περιοχή της Τσετσενίας και η απέλαση δύο Ρώσων διπλωματών από τη Βουλγαρία για διενέργεια κατασκοπείας υπέρ της Μόσχας. Ο πόλεμος των απελάσεων συνεχίστηκε και τον Απρίλιο, με την απέλαση Ρώσων διπλωματών από την Τσεχία και την Πολωνία και τη Μόσχα να απαντά αρχικά με απελάσεις διπλωματικού προσωπικού και να κλιμακώνει πρόσφατα με την απαγόρευση εισόδου Ευρωπαίων αξιωματούχων-ανάμεσά τους ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου- σε ρωσικό έδαφος.

Η αλληλουχία των παραπάνω γεγονότων, που θα μπορούσε άνετα να αποτελεί κομμάτι κάποιου από τα μυθιστορήματα του Τζον Λε Καρέ, σε συνδυασμό μάλιστα και με το σκηνικό πολέμου που δημιούργησε η συγκέντρωση χιλιάδων στρατιωτών εκατέρωθεν των συνόρων της Ανατολικής Ουκρανίας, υπό άλλες συνθήκες θα έπρεπε να έχει σημάνει όχι μόνο συναγερμό στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αλλά και την αρχή έντονης διπλωματικής δραστηριότητας από πλευράς Βρυξελλών. Αντ΄ αυτού, οι αντιδράσεις πρωτίστως της θεσμικής ηγεσίας της Ένωσης και δευτερευόντως των κρατών-μελών της επιβεβαιώνουν για ακόμη μια φορά την απουσία κοινού βηματισμού σε ζητήματα απολύτως κρίσιμα για την ασφάλεια και την ειρήνη της ηπείρου.

Σε ό,τι αφορά την περίπτωση της Ουκρανίας, το γεγονός ότι η επικοινωνία του  Ύπατου Εκπροσώπου της ΕΕ για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής, Ζοζέπ Μπορέλ, με τον Ουκρανό ομόλογό του ακολούθησε χρονικά την έκκληση Γερμανίας και Γαλλίας για την απόσυρση των ρωσικών στρατευμάτων δικαιολογείται εν μέρει από το ότι οι δύο ισχυρότερες χώρες του ευρωενωσιακού οικοδομήματος είναι ιδρυτικά μέλη του Σχήματος της Νορμανδίας. Όμως η παντελής έλλειψη διάθεσης της προεδρεύουσας του Συμβουλίου Πορτογαλίας ή οποιασδήποτε ηγεσίας κράτους-μέλους ώστε να αναληφθούν πρωτοβουλίες διαμεσολάβησης στην ουκρανική κρίση, με απώτερο σκοπό την αποκλιμάκωση, μαρτυρά με τον πλέον επίσημο τρόπο την εγκατάλειψη από πλευράς ευρωπαϊκών ηγεσιών του ρόλου του ειρηνοποιού τον οποίο επιφύλασσαν για την Ένωση παλαιότερα οι ρομαντικότεροι των φιλοευρωπαϊστών.

Ακόμη πιο έκδηλη είναι η αμηχανία της Ένωσης σε σχέση με την υπόθεση της καταγγελλόμενης ρωσικής κατασκοπείας. Η αλληλεγγύη των Βρυξελλών προς τις χώρες που καταγγέλλουν τη Μόσχα για κατασκοπεία περιορίστηκε στην έκφραση προφορικής συμπάθειας, με αποτέλεσμα να καταγράφονται σοβαρά παράπονα για το επίπεδο της στήριξης, ιδίως από την Πράγα. Ενδεικτικό της κατάστασης είναι πως ρωγμές παρουσιάστηκαν ακόμη και στη συμπαγή συνήθως ομάδα των 4 του Βίσεγκραντ, με την Ουγγαρία του Βίκτορ Ορμπάν να επιμένει σε μια γενικόλογη διατύπωση στήριξης της Τσεχίας δίχως όμως να κατονομάζεται η Ρωσία και τη Σλοβακία μοναδική πρόθυμη να προβεί σε συντονισμένη δράση με τη γείτονά της. Η απογοήτευση μοιάζει δικαιολογημένη αν μπει κανείς στον κόπο της σύγκρισης με την υπόθεση Σκριπάλ, τότε που 16 χώρες της ΕΕ, ενστερνιζόμενες τις κατηγορίες του Λονδίνου για ανάμειξη των ρωσικών υπηρεσιών ασφαλείας για την δηλητηρίαση του διπλού πράκτορα Σερκέι Σκριπάλ και της κόρης του, εξέφρασαν τη στήριξή τους στη Μεγάλη Βρετανία, προχωρώντας στην απέλαση ενός ή περισσότερων διπλωματών.

Αναζητώντας κάποιος εξηγήσεις για την υποτονική αντίδραση της ΕΕ και των κρατών-μελών, δεν θα μπορούσε να αγνοήσει τη δυναμική της πανδημίας του κορονοϊού. Η τελευταία, με την υγειονομική αβεβαιότητα που έχει δημιουργήσει και τις επιπτώσεις που έχει προκαλέσει σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο έχει κάνει τις (ανησυχούσες για τον τρέχοντα πολιτικό χρόνο) ηγεσίες των ευρωπαϊκών χωρών να μεταθέτουν για αργότερα όσα ιεραρχούν ως δευτερεύοντα. Και με δεδομένη την υπεροχή των κρατικών συμφερόντων, δεν θα πρέπει ασφαλώς να αφαιρεθεί από το κάδρο η σημαντική έκθεση αρκετών εθνικών εμβολιαστικών προγραμμάτων στην προμήθεια ή ακόμη και τη συμπαραγωγή του ρωσικού εμβολίου Sputnik-V με οτιδήποτε αυτό μπορεί να σημαίνει για τη διαμόρφωση της στάσης κάθε χώρας.

Μια ακόμη διαπίστωση έχει να κάνει με τα όρια της ευρωπαϊκής παρέμβασης ως προς την όποια πίεση μπορεί να ασκηθεί στη Μόσχα. Η πρόσφατη πανωλεθρία που υπέστη ο Ζοζέπ Μπορέλ στη ρωσική πρωτεύουσα, όταν του έγινε μεταξύ άλλων σαφές πως ευκαιριακές συμπράξεις χωρίς συνολική αποκατάσταση των διμερών σχέσεων δεν ενδιαφέρουν τη ρωσική πλευρά, κατέστησε εμφανές πως οι οικονομικές κυρώσεις έχουν εξαντλήσει την «πειθώ» τους. Πολύ περισσότερο ωστόσο κατέδειξε πως η ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική, βαριά τραυματισμένη από την εμπειρία του Μαϊντάν (όταν με την παρότρυνση ΕΕ και ΗΠΑ η φιλορωσική κυβέρνηση ανατρεπόταν για να δώσει τη θέση της στο επερχόμενο εμφύλιο χάος), αναμένει την επικείμενη Σύνοδο του ΝΑΤΟ για να λάβει οδηγίες σχετικά με την συμπεριφορά της απέναντι στη Ρωσία, με τον άλλοτε ισχυρό γαλλογερμανικό άξονα να μην ξεφεύγει από τον κανόνα που θέλει τον εγκέφαλο της ευρωατλαντικής συμμαχίας να παραμένει στην Ουάσιγκτον.

Δεν χρειάζεται άλλωστε άλλο τεκμήριο για το ότι η κοινή εξωτερική πολιτική αποτελεί ευφημισμό περισσότερο παρά  ουσιώδες σύνολο αρχών και αξιών από την αντιπαραβολή της σημερινής κρίσης στις σχέσεις ΕΕ-Ρωσίας με τον πόλεμο μεταξύ Γεωργίας και Ρωσίας το 2008. Η τότε πρωτοβουλία της γαλλικής προεδρίας, με τη στήριξη του Βερολίνου, να αναλάβει διαμεσολαβητικό ρόλο καλωσορίστηκε ως το πρώτο δείγμα του ολοένα και σημαντικότερου ρόλου που καλούνταν να παίξει η ΕΕ -με τα μεγαλύτερα σε μέγεθος και ισχύ μέλη της από θέση οδηγού- σε ζητήματα ειρήνης και πολέμου στη διεθνή πολιτική σκηνή. Μάλιστα, ο τότε Γάλλος υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων είχε κάνει λόγο για «κρίση εφάμιλλης σημασίας για την ευρωπαϊκή διπλωματία όσο το ευρώ».

Σήμερα πάλι, και με οδυνηρή την εμπειρία απανωτών αποτυχιών σε οτιδήποτε αφορά τα εξωτερικά της σύνορα, η ΕΕ ως σύνολο θυμίζει τη ρήση ενός άλλου Ευρωπαίου πολιτικού που προφητικά διαβλέποντας την υπερίσχυση των εθνικών συμφερόντων είχε χαρακτηρίσει, ανάμεσα σε άλλα, την ΕΕ ως «πολιτικό νάνο».