Οι ΗΠΑ είναι ίσως η μοναδική χώρα παγκοσμίως η οποία βρίσκεται μονίμως σε προεκλογική περίοδο. Βέβαια οι ενδιάμεσες εκλογές δεν έχουν ούτε την αίγλη ούτε την προβολή των προεδρικών. Αποτελούν όμως μια πρώτης τάξεως ευκαιρία τόσο για τον Πρόεδρο όσο και για τα επιτελεία των δύο μεγάλων κομμάτων να αξιολογήσουν την πορεία και τις προοπτικές τους. Οι φετινές ενδιάμεσες εκλογές ανέδειξαν πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία για την πορεία που οφείλουν να ακολουθήσουν οι Δημοκρατικοί ώστε να καταφέρουν να κερδίσουν τις επόμενες προεδρικές εκλογές αλλά και να επικρατήσουν σε συνεχόμενες πολιτικές μάχες.

Σε μια προσπάθεια να αποκρυπτογραφήσουμε τα μηνύματα της κάλπης, θα σταθούμε στα παρακάτω σημεία:

Η κοινωνία βρίσκεται σε επαγρύπνηση

Στα δύο χρόνια προεδρίας Τrump, διάχυτο είναι το αίσθημα της καταπίεσης των μειονοτήτων, είτε πρόκειται για την LGBTQ κοινότητα είτε για μετανάστες είτε ακόμη και για τις γυναίκες. Το αίσθημα αυτό φάνηκε να ενεργοποιεί τα προοδευτικά αντανακλαστικά της αμερικανικής κοινωνίας: Στις ενδιάμεσες εκλογές καταγράφηκε ρεκόρ γυναικείων υποψηφιοτήτων, με 256 υποψήφιες για όλα τα αξιώματα (Βουλή, Γερουσία, Κυβερνήτες Πολιτειών), ενώ υπήρχαν τουλάχιστον 244 υποψηφιότητες από την LGBTQ κοινότητα. Η επόμενη μέρα ανέδειξε τη νεαρότερη γυναίκα βουλευτή (Alexandria Ocasio Cortez, 29 ετών), τις πρώτες Αφροαμερικανίδες βουλευτές από τη Μασαχουσέτη (Ayanna Pressley) και το Κονέκτικατ (Jahana Hayes), τις δύο πρώτες Λατινοαμερικάνες βουλευτές από το Τέξας (Veronica Escobar and Sylvia Garcia), την πρώτη γυναίκα βουλευτή από την Αϊόβα (Abby Finkenauer), την πρώτη γυναίκα Γερουσιαστή από το Τεννεσί (Marsha Blackburn), την πρώτη γυναίκα Κυβερνήτη του Μέιν και τις δύο πρώτες μουσουλμάνες βουλευτές, εκ των οποίων η Rashida Tlaib κατάγεται από την Παλαιστίνη και η Ιlhan Omar είναι πρόσφυγας από τη Σομαλία. Επίσης, η Sharice Davids και η Deb Haaland έγιναν οι πρώτες ιθαγενείς Αμερικανίδες βουλευτές, ενώ ο Jared Polis ο πρώτος δηλωμένος ομοφυλόφιλος που εκλέγεται στο αξίωμα του Κυβερνήτη (στο Κολοράντο). Οι εκλογικές αυτές νίκες δείχνουν πόσο ψηλά βρίσκεται το θέμα της ανοιχτής κοινωνίας και του αλληλοσεβασμού στο προοδευτικό αμερικανικό κοινό.

Οι νέοι επιστρέφουν

Σύμφωνα με το Center For Information & Research On Civic Learning And Engagement, το οποίο ασχολείται με τη νεανική εκλογική ψήφο στις ΗΠΑ, στις ενδιάμεσες εκλογές του 2018 ψήφισε σχεδόν ένας στους τρεις νέους (ηλικίας 18-29 ετών), ενώ σε εκείνες του 2014 το αντίστοιχο ποσοστό δεν ξεπέρασε το 21%.

Από τους νέους που προσήλθαν στην κάλπη, το 67% επέλεξε υποψήφιο των Δημοκρατικών και μόλις το 32% υποψήφιο των Ρεπουμπλικάνων. Αυτή η διαφορά της τάξης του 35% είναι η μεγαλύτερη που παρατηρείται τα τελευταία 25 χρόνια. Αν λάβουμε υπόψη και τις ψήφους νέων Αφροαμερικανών και Λατινοαμερικανών, τα ποσοστά των Δημοκρατικών εκτοξεύονται στο 92% και 80% αντίστοιχα. Εάν αυτές οι ψήφοι εξεταστούν υπό το πρίσμα του συνολικού εκλογικού σώματος, αποτελούν μια πολύ συμπαγή ομάδα υποστηρικτών για τους Δημοκρατικούς.

O ακτιβισμός είναι εδώ

Μετά τη νίκη-σοκ του Donald Trump το 2016, πολλοί Αμερικανοί οργανώθηκαν σε χιλιάδες συλλογικότητες πολιτικού ακτιβισμού, γεγονός που καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τη στρατηγική των υποψηφίων. Μέχρι τότε οι πολιτικές καμπάνιες προσανατολίζονταν σε απρόσωπα εργαλεία, που καλλιεργούσαν μια «ψυχρή» σχέση μεταξύ υποψηφίου και ψηφοφόρου. Με τη βοήθεια των νέων μέσων επικοινωνίας και χωρίς κεντρικό σχεδιασμό, εμφανίστηκαν πολλοί μικροί πυρήνες οργάνωσης εθελοντών και ακτιβιστών με στόχο την παρέμβαση στον δημόσιο διάλογο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το μανιφέστο της οργάνωσης Indivisible Guide, την οποία δημιούργησαν μικρομεσαία στελέχη των Δημοκρατικών, που κατάφερε να συσπειρώσει πάνω από 30.000 ανθρώπους σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Οι εθελοντές του σχήματος SwingLeft χτύπησαν πάνω από 2.000.000 πόρτες ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, ενώ η εφαρμογή TEAM της startup Tuesday Company κατάφερε να συντονίσει, σε συνεργασία με την εκλογική επιτροπή των Δημοκρατικών, τις δράσεις εθελοντών σε 70 καμπάνιες. Άλλη μία παρόμοια εταιρία, η Mobilize America, κατάφερε το 2018 να βοηθήσει πάνω από 640 οργανισμούς εθελοντών να οργανώσουν σχεδόν 82.000 πολιτικές εκδηλώσεις για 515 διαφορετικές καμπάνιες. Συνολικά εκτιμάται πως από το 2016 περίπου 2.000.000 άνθρωποι ενεργοποιήθηκαν πολιτικά ενόψει των φετινών εκλογών.

Ο υποψήφιος της διπλανής πόρτας

Συνολικά σε αυτές τις εκλογές είδαμε την επιβράβευση ανθρώπων που προέρχονται από τα σπλάχνα της αμερικανικής κοινωνίας (δάσκαλοι, δικηγόροι, οδηγοί και βετεράνοι). Υποψήφιοι που δεν βασίστηκαν στα περιβόητα SuperPacs για να χρηματοδοτήσουν την καμπάνια τους, αλλά ενεργοποίησαν τους εθελοντές τους, ταξίδεψαν σε όλο το φάσμα της εκλογικής τους περιφέρειας και μίλησαν κυρίως με εκπροσώπους της μεσαίας τάξης. Οι υποψήφιοι που αρνήθηκαν τα χρήματα των Pacs κατάφεραν να συγκεντρώσουν το τρίτο τρίμηνο του 2018 περίπου 257.000.000 δολάρια, ενώ 60 από αυτούς συγκέντρωσαν το ίδιο διάστημα πάνω από 1.000.000 δολάρια.

Η ταύτιση με τους Ρεπουμπλικανούς δεν αποδίδει

Ο αντισυμβατικός πρόεδρος Trump μπορεί να κυριαρχεί στο προσκήνιο, στο παρασκήνιο όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Τα τελευταία δύο χρόνια υπήρχε μια ιδιότυπη συμμαχία μελών και των δύο μεγάλων κομμάτων στη Βουλή με σκοπό τη «συνετή αντιπολίτευση» στην πολιτική του προέδρου των ΗΠΑ. Το πρόβλημα είναι πως για μία ακόμη φορά οι πολιτικές που προωθούνταν έκλιναν προς τα δεξιά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το λεγόμενο Carpo Bill, που ουσιαστικά καταργεί αρκετές από τις ασφαλιστικές δικλίδες που είχαν εισαχθεί με το Dodd Frank Act του προέδρου Obama με στόχο τον περιορισμό της παντοδυναμίας των μεγάλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Το νομοσχέδιο υπερψηφίστηκε από τη συντριπτική πλειοψηφία των Ρεπουμπλικανών σε Βουλή και Γερουσία, ενώ το στήριξαν επίσης 17 γερουσιαστές αλλά και 33 βουλευτές των Δημοκρατικών. Σε 10 πολιτείες τις οποίες κέρδισε το 2016 ο Τrump και στις οποίες Δημοκρατικοί γερουσιαστές πάλεψαν φέτος για την επανεκλογή τους, όσοι καταψήφισαν τον νέο νόμο συγκέντρωσαν κατά μέσο όρο το 54,7% των ψήφων και κέρδισαν με διαφορά περίπου 10%, ενώ όσοι τον υπερψήφισαν συγκέντρωσαν ποσοστό 48,1% και έχασαν με διαφορά 1,8%.

Ενισχύεται η δυναμική της προοδευτικής ατζέντας

Με το πέρας των ενδιάμεσων εκλογών, το προοδευτικό μέτωπο είδε τις δυνάμεις του να ενισχύονται τόσο στη βάση του εκλογικού σώματος όσο και στους εκλεγέντες. Το 52% των φετινών υποψήφιων των Δημοκρατικών έχει βαθμολογηθεί με F (αρνητική βαθμολογία) από την NRA, το μεγαλύτερο λόμπι υπέρ της οπλοκατοχής στην Αμερική, σε αντίθεση με το 19% των υποψηφίων το 2010. H πρωτοβουλία Medicare for All του Bernie Sanders, η οποία προωθεί τη δημιουργία ενός δημόσιου συστήματος υγείας στα ευρωπαϊκά πρότυπα, έχει πλέον τη στήριξη του 58% των δημοκρατικών υποψηφίων, σε σύγκριση με το 27% όσων τη στήριξαν το 2010. Το περασμένο καλοκαίρι δημιουργήθηκε μάλιστα, με πρωτοβουλία του Bernie Sanders, στη Βουλή το Medicare for All Caucus, η κοινοβουλευτική ομάδα των υποστηρικτών του εγχειρήματος, με 70 μέλη. Ένα άλλο γκρουπ, το Congressional Progressive Caucus, ένα είδος αριστερής πλατφόρμας των εκλεγμένων δημοκρατικών βουλευτών, αριθμεί πλέον 90 μέλη και αντιστοιχεί στο 40% της κοινοβουλευτικής δύναμης του κόμματος.

Το ερώτημα που παραμένει

Η μεγάλη πρόκληση που παραμένει για το Δημοκρατικό κόμμα είναι η γεωγραφική και δημογραφική σύνθεση του εκλογικού σώματος. Οι Δημοκρατικοί φαίνεται να επικρατούν στα μεγάλα αστικά κέντρα, δεν καταφέρνουν όμως να διεισδύσουν στα προάστια και στις αγροτικές και βιομηχανικές περιοχές, οι οποίες έχουν πολύ μεγάλη βαρύτητα για τα εκλογικά αποτελέσματα. Επίσης, κερδίζουν το 90% των Αφροαμερικανών ψηφοφόρων, το 69% των Λατινοαμερικανών και το 77% των Ασιατοαμερικανών. Το πρόβλημα είναι η απήχησή τους στους λευκούς άνδρες, κυρίως σε αυτούς χωρίς πανεπιστημιακή εκπαίδευση, που αποτελούν το 47% του εκλογικού σώματος. Στα παρακάτω γραφήματα αποτυπώνεται αναλυτικά η κατανομή της ψήφου των Δημοκρατικών ανά πληθυσμιακή ομάδα και ανά γεωγραφική περιφέρεια, σύμφωνα με τις έρευνες του Cooperative Congressional Election Study και του Data for Progress.

Συμπερασματικά, ο δρόμος προς τα μπρος φαίνεται να περνάει μέσα από τη στροφή σε πολιτικές που μπορούν να βελτιώσουν τη ζωή της μεσαίας τάξης, όπως η δημόσια υγεία και παιδεία, άλλα και ένα νέο πολιτικό προσωπικό, μακριά από το κατεστημένο της Ουάσινγκτον και των κομματικών γραφείων, με βιώματα και παραστάσεις από την πραγματική ζωή.

 

* Του Ηλία Μπελχίτερ, φοιτητή Οικονομικής Επιστήμης στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών