H εισήγηση του αρθρογράφου και πρώην πανεπιστημιακού του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Δημήτρη Γιατζόγλου στην εκδήλωση του ΕΝΑ με θέμα «Προγραμματικές & οργανωτικές προϋποθέσεις για μια προοδευτική συμπαράταξη» →

O τίτλος της εκδήλωσης οδηγεί, κατά τη γνώμη μου, σ’ ένα κεντρικό ερώτημα: Θα μεταφραστεί το αίτημα για μια «προοδευτική συμπαράταξη» σ’ ένα εγχείρημα στρατηγικού βάθους, ή θα αποτελέσει ένα πυροτέχνημα πολιτικού τακτικισμού, ένα βραχύβιο «πολιτικό must» που θα καταναλωθεί μέσα στα όρια της αυτοαναφορικότητάς μας; Για όσους πιστεύουν στην αναγκαιότητά του κι έχουν εκφράσει τη βούληση να συμμετάσχουν στην υλοποίησή του, η απάντηση είναι αυτονόητη.

Αυτό σημαίνει βεβαίως πως υπάρχει η επίγνωση ότι το εγχείρημα είναι εξαιρετικά απαιτητικό. Προϋποθέτει έναν ακριβολογημένο διάλογο, προκειμένου να οριστούν μια πολιτική ατζέντα κι ένα Πολιτικό Πρόγραμμα μακράς πνοής – ένα διάλογο που δεν θα σπρώξει κάτω από το χαλί κρίσιμα ζητήματα. Έχει ανάγκη από πολιτικές και ηθικές δεσμεύσεις που θα αντέξουν στη διάβρωση από φιλοδοξίες και ιδιοτέλειες. Αν η έναρξη της απόπειρας κρίνεται αναγκαίο να σηματοδοτηθεί με υπουργοποιήσεις ή με τη συμμετοχή προσώπων στα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ για τις επόμενες εκλογικές μάχες, αυτό δεν μπορεί να είναι ούτε ο κανόνας ούτε η μέθοδος.

Η βούληση επίσης αποτελεί απαράγραπτο συστατικό της προσπάθειας αλλά δεν αρκεί. ͘ Η βουλησιαρχία καταλήγει καμιά φορά να προτείνει τον εαυτό της ως απάντηση στα προβλήματα. Και μπορεί να μετατρέψει ένα Πολιτικό Σχέδιο σε «πατερναλιστικό διάβημα» αποκομμένο από την κοινωνική συνέργεια. Θεωρώ λοιπόν ότι πρώτη προτεραιότητα είναι η διατύπωση εκείνων των πολιτικών και προγραμματικών ερωτημάτων, που θα ανοίξει τον διάλογο, θα εμπνεύσει και θα κινητοποιήσει αδρανείς σήμερα δυνάμεις και θα προκαλέσει μια «ενεργό κοινωνική ζήτηση» για το εγχείρημα. Η συσπείρωση και η ενεργοποίηση μιας κρίσιμης για το εγχείρημα κοινωνικής μάζας έχει ανάγκη από ένα σαφές πλαίσιο ιδεών και αξιών. Δεν θα πραγματοποιηθεί με την «διαμεσολάβηση πολιτικών μεσαζόντων αμφίβολης πολιτικής δέσμευσης».

Θέλω τέλος, στο σημείο αυτό και πριν περάσω στη διατύπωση κάποιων σκέψεων για προγραμματικά και οργανωτικά προβλήματα που αφορούν το εγχείρημα, να πω τη γνώμη μου για ένα ζήτημα που θεωρώ σημαντικό:

Ο κατά σύμβαση θεωρούμενος «προοδευτικός χώρος» δεν καθορίζεται οντολογικά. Δεν είναι δεδομένος και αναλλοίωτος. Σηματοδοτείται  ως τέτοιος, με βάση τη στάση του απέναντι στα κυρίαρχα επίδικα κάθε ιστορικής φάσης και συγκυρίας. Και έτσι νοηματοδοτείται,  ενοποιείται ή διχάζεται, διαλύεται και ανασυγκροτείται κατά περίπτωση. Δεν έχει σήμερα τα ίδια χαρακτηριστικά και την ίδια σύνθεση όπως πριν από την κρίση. Ο επικαθορισμός από τις επιλογές – στρατηγικές ή βραχυπρόθεσμες – αποδεικνύεται ισχυρότερος από την ιστορικότητα της ταυτότητας των συνιστωσών του. Η ετερονομία της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, με την ανάληψη ενεργητικής στήριξης του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος της λιτότητας και της μεταδημοκρατίας είναι παραδειγματική. «Ξεχάσαμε ότι η Ευρώπη δεν αποτελείται από ισολογισμούς αλλά από ανθρώπους» δήλωνε το 2017 ο Αυστριακός καγκελάριος (όπως ας πούμε ξεχνάει κάποιος τα κλειδιά του στο τραπέζι φεύγοντας από το σπίτι). Να χαιρετήσουμε λοιπόν το «κλίνατε επ’ αριστερά» του SPD. Aλλά να μη συζητήσουμε για την επιλεκτική του μνήμη και το χρόνιο «κλίνατε επί δεξιά»;

Και εις τα καθ’ ημάς: Βεβαίως να «αναστοχαστούμε αυτοκριτικά» εμείς του ΣΥΡΙΖΑ την προκυβερνητική και την κυβερνητική μας περίοδο και να μιλήσουμε ανοιχτά για τις ανακολουθίες, τις αντιφάσεις και τα λάθη αυτής της ενιαίας πορείας. Αλλά ταυτόχρονα να θυμηθούμε και να σκεφτούμε ότι ένα μεγάλο μέρος των κεντροαριστερών δυνάμεων επέλεξε (και συνεχίζει να επιλέγει) την ανασυγκρότησή του ως παραπλήρωμα της Δεξιάς και σε μετωπική αντιπαράθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ. Υιοθετώντας το δόγμα της στρατηγικής σύγκλισης με τη ΝΔ, καθώς – σύμφωνα με την «θεωρητική απόφανση» του Ε. Βενιζέλου το 2014–  «περιθώρια για σοσιαλδημοκρατικές ιδεολογικές και αξιάδες επιλογές στην οικονομία δεν υπάρχουν».

Δεν τα υπενθυμίζω αυτά για να κατασκευάσουμε ένα ισοζύγιο λαθών και δεν θεωρώ μια γενικευμένη συζήτηση για το παρελθόν ως προαπαιτούμενο της σύγκλισης. Πιστεύω όμως ότι ο προοδευτικός χώρος, ανασυγκροτούμενος σήμερα με την επιχειρούμενη συμπαράταξη, πρέπει να συμφωνήσει σε κάτι που στο παρελθόν υπήρξε ζήτημα σφοδρής αντιπαράθεσης: να απορρίψει την ταύτιση της «οικονομικής και πολιτικής κανονικότητας», εδώ και στην Ευρώπη, με τις πολιτικές της άτεγκτης δημοσιονομικής πειθαρχίας και της περιορισμένης δημοκρατίας.

Θέλουμε λοιπόν να συγκροτήσουμε και πάλι τον, πολιτικά κατακερματισμένο και ιδεολογικά αφοπλισμένο, προοδευτικό χώρο ως πολιτικό υποκείμενο. Δηλαδή να του προσδώσουμε ταυτότητα και ικανότητα πολιτικού πράττειν. Να τον επανασυνδέσουμε με τις ζωτικές κοινωνικές του αναφορές. Να περάσουμε, από μια χαλαρή μετωπική συμπαράταξη επιλεκτικών παρεμβάσεων, σε μια οργανική συμμαχία, φορέα ενός Πολιτικού Σχεδίου που, με εκκίνηση τη συγκυρία, θα εγγραφεί στη στρατηγική προοπτική ενός νέου «συνασπισμού εξουσίας». Δεν θα είναι εύκολο, καθώς αυτό το νέο πολιτικό υποκείμενο θα συγκροτείται ενοποιώντας άλλα πολιτικά υποκείμενα – κόμματα και συλλογικότητες με συνεκτικότερες ταυτότητες – και θα πρέπει να αθροίσει παραγωγικά διαφορετικές πολιτικές καταγωγές και ευαισθησίες, επινοώντας τη δύσκολη διαλεκτική ενότητας/αυτονομίας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα έχει εκ των πραγμάτων τη βασική ευθύνη. Και πρέπει να αρχίσει να την υλοποιεί άμεσα, με ιεραρχήσεις  των απαραίτητων βημάτων. Θα ήταν νομίζω πολύ χρήσιμο να συμπεριλάβει στην κομματική δομή του ένα κέντρο που θα αναλάβει τον συνολικό σχεδιασμό του εγχειρήματος : τις επαφές και τις συζητήσεις, τις πρωτοβουλίες, την πολιτική ατζέντα, τις προγραμματικές αιχμές και τις μορφές ενός δημόσιου διαλόγου. Και να απευθύνει ένα κάλεσμα σε κάθε ενδιαφερόμενο από τον πολύχρωμο χώρο της κεντροαριστεράς αλλά και άλλων ριζοσπαστικών συλλογικοτήτων από τον χώρο της Αριστεράς και της οικολογίας, για μια συνδιαμόρφωση της πορείας συγκρότησης του προοδευτικού πόλου.

Αν η αναγκαιότητα μιας στοιχειώδους έστω, αρχικής οργανωτικής διεύθυνσης του εγχειρήματος είναι προφανής, ο βασικός του πυλώνας είναι το Πολιτικό του Σχέδιο, ως πολιτικό και προγραμματικό περιεχόμενο.

Υπάρχουν, κατά τη γνώμη μου πέντε βασικά και αλληλένδετα πεδία παρέμβασης στα οποία θα εκδηλωθεί η αντιπαράθεση με τις συντηρητικές δυνάμεις: Η ανάσχεση της λιτότητας και η ανασυγκρότηση του κοινωνικού κράτους – η δημοκρατική αναδιοργάνωση του πολιτικού συστήματος – το νέο παραγωγικό υπόδειγμα για τη χώρα – η αναβάθμιση του ρόλου του κόσμου της εργασίας – ο φραγμός στην ισχυροποίηση της ακροδεξιάς – η δραστική αλλαγή του σημερινού υποδείγματος της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Και όλα αυτά με πολιτικές που δεν αιωρούνται στην ατμόσφαιρα ενός κεντρώου πολυσυλλεκτισμού, αλλά αναπαράγουν και επικαιροποιούν διαρκώς την ιστορική τομή Αριστεράς/Δεξιάς.

Το περιεχόμενο αυτής της πολιτικής ατζέντας πρέπει να αποτυπωθεί σ΄ ένα συγκεκριμένο και επεξεργασμένο Πρόγραμμα που δεν είναι αυτή τη στιγμή δεδομένο. Ένα Πρόγραμμα που πρέπει να συμπεριλάβει μικρά και μεγάλα ζητήματα, τα οποία στην ενότητά τους διαμορφώνουν τον ορίζοντα της «Μεγάλης», όπως την αποκαλεί ο Γκράμσι, πολιτικής, αυτής που κινητοποιεί τη σκέψη και το πάθος των ανθρώπων.

Ένα Πρόγραμμα που θα αναφέρεται έστω και ενδεικτικά στα παγκόσμια προβλήματα: Της κλιματικής αλλαγής – Των σαρωτικών αλλαγών στην παραγωγή και των συνεπειών τους στις εργασιακές σχέσεις – Της δυνατότητας να ελεγχθούν στοιχειωδώς δημοκρατικά οι υπερεθνικές ολοκληρώσεις – Την άρνηση να λειτουργούν οι Αγορές ως οιονεί πολιτικά υποκείμενα – Την διαφοροποίηση της ανάπτυξης από την οικονομική μεγέθυνση.

Ένα Πρόγραμμα που θα κατανοεί ότι ο δανεισμός από τις αγορές χρήματος και οι ξένες επενδύσεις, ως αποκλειστικά εργαλεία μεγέθυνσης, δεν εγγυώνται την παραγωγική ανασυγκρότηση αλλά προδιαγράφουν την επιστροφή στη δυστοπία της «δανεικής ευημερίας, στο πρότυπο μιας κοινωνίας που αναπληρώνει τη μειωμένη παραγωγή αξιών με την «παραγωγή» προστιθέμενης αξίας.

Ένα Πρόγραμμα που, χωρίς διάθεση εξωραϊσμού, πρέπει να αναμετρηθεί με μέτρα και πολιτικές μιας νεοφιλελεύθερης αντίληψης που εξακολουθούν να ρίχνουν βαριά τη σκιά τους στη μεταμνημονιακή περίοδο. Όπως, ενδεικτικά:  Το ζήτημα των εξωφρενικών πλεονασμάτων που λειτουργούν ως μηχανισμός διαρκούς αναπαραγωγής της λιτότητας – Την επέκταση των ιδιωτικοποιήσεων και πέρα από τα συμφωνηθέντα – Τον παραλογισμό ενός φορολογικού συστήματος που επαναφέρει την φορολόγηση των μερισμάτων στο χαμηλότερο συντελεστή – Την  παράλειψη να μη τίθεται ως κριτήριο υλοποίησης του  συμβιβασμού του 2015 το ζήτημα της σύγκλισης της ελληνικής οικονομίας με τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους.

Θα κλείσω επιστρέφοντας στο πιο κρίσιμο αυτή τη στιγμή πρόβλημα της συγκρότησης του προοδευτικού πόλου: Θα αποδειχθεί ιστορικό λάθος να επιδιωχθεί από τον ΣΥΡΙΖΑ η πραγματοποίησή της, μέσω του «πολιτικού επεκτατισμού» του, με διευρύνσεις ενός ασπόνδυλου προγραμματικά πολυσυλλεκτισμού. Ακόμα και από μια στενή εκλογική σκοπιά, από το 1974 μέχρι και το 2015, οι κρίσιμες αναμετρήσεις  που σημάδεψαν την πορεία της χώρας, δεν κερδήθηκαν μέσω «διευρύνσεων». Αλλά επειδή οι νικητές μετέφρασαν την κοινωνική αναζήτηση στο κεντρικό πολιτικό διακύβευμα της συγκυρίας και το έθεσαν με την μορφή ενός ισχυρού και ευδιάκριτου πολιτικού διλήμματος. Εδώ θα κριθεί τελικά η αναμέτρηση με τον συντηρητικό/ακροδεξιό πόλο και σε αυτό πρέπει να επικεντρωθεί η προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ και των συμμάχων του.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει λοιπόν κανένα λόγο να μετατραπεί ο ίδιος σε «κόμμα – πόλο», με την ρευστοποίηση της ριζοσπαστικής του ταυτότητας και την «κεντροποίηση» των επιλογών του Πολιτικού του Προγράμματος. Ακόμα και από τη σκοπιά μιας «αριθμητικής ανάγνωσης» των σημερινών συσχετισμών, δεν προκύπτει από πουθενά ότι τις όποιες απώλειες της εκλογικής του δύναμης τις καρπώνονται δυνάμεις του «πολιτικού κέντρου».

Το μείζον είναι να ανακτηθεί το μέγιστο μέρος των κοινωνικών δυνάμεων που συσπειρώθηκαν γύρω του το 2015, και που απομακρύνθηκαν όχι γιατί τρόμαξαν από τον ριζοσπαστισμό του. Αυτός πρέπει να είναι ο στόχος. Και όχι μόνο για λόγους εκλογικής τακτικής. Η εμπειρία σε ολόκληρη την Ευρώπη δείχνει ότι η «ιταλοποίηση» των ευρωπαϊκών κοινωνιών δεν είναι ένα μακρινό ενδεχόμενο και δεν αντιμετωπίζεται με τη διέγερση του φόβου. Οι Σαλβίνι και οι Λεπέν προκύπτουν, επειδή οι απεγνωσμένοι φτωχοί, οι άνεργοι και οι παρίες προτιμούν τον «αντισυστημισμό» τους, από την λελογισμένα νεοφιλελεύθερη «κανονικότητα» που τους προτείνουν οι Ρέντσι. Ας μην αποποιηθούμε λοιπόν τον ριζοσπαστισμό μας και ας μη φοβηθούμε να προτείνουμε τολμηρές μεταρρυθμιστικές τομές, υποτιμώντας την κοινωνική διαθεσιμότητα. Φοβάμαι πως αν το κάνουμε,  θα προσυπογράψουμε τη μακροχρόνια περιθωριοποίηση της Αριστεράς και ταυτόχρονα την ματαίωση της αναγκαίας προοδευτικής συμμαχίας. Και θα είναι κρίμα, ο αναστοχασμός των αριστερών στο μέλλον να τα αποτιμήσει αυτά ως «επαγγελίες αδύνατων εγχειρημάτων».