Παρότι η οικονομική ανάπτυξη έχει επιστρέψει στην Ευρώπη, οι μισθοί και οι συνθήκες εργασίας δεν συμβαδίζουν με την ανάκαμψη, με μεγάλες διαφοροποιήσεις, που οξύνουν τις ανισότητες, από χώρα σε χώρα.

Αυτό προκύπτει, μεταξύ άλλων, από την ετήσια έκθεση «Benchmarking Working Europe» του Ινστιτούτου της Συνομοσπονδίας των Ευρωπαϊκών Συνδικάτων (ETUI), που δόθηκε στη δημοσιότητα πριν από δύο εβδομάδες.

Σύμφωνα με την έκθεση, την πενταετία 2005-2010 οι δημόσιες κοινωνικές δαπάνες σημείωσαν αύξηση σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ, από το 2010 έως το 2015 όμως μειώθηκαν σημαντικά τόσο στην Ελλάδα όσο και στις υπόλοιπες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου που εφάρμοσαν προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής (Ισπανία, Πορτογαλία και Κύπρο). Σύμφωνα με το Ινστιτούτο των Ευρωπαϊκών Συνδικάτων ωστόσο, η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης όχι μόνο δεν συνέβαλε στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, αλλά αντίθετα οδήγησε σε μείωση της παραγωγικότητας και των μισθών και σε περαιτέρω διεύρυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων.

Σε εννέα κράτη-μέλη οι μισθοί κυμαίνονται ακόμη κάτω από τα επίπεδα του 2010, ενώ η αδήλωτη εργασία εξακολουθεί να συνιστά τροχοπέδη για την προώθηση της δίκαιης ανάπτυξης. Ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα, μετά την αρχική σύγκλιση με την ΕΕ-15, το 2017 οι μισθοί επανήλθαν στα επίπεδα του 1995, ενώ ο κατώτατος μισθός, ως ποσοστό του διάμεσου εθνικού μισθού, εξακολουθεί να υπολείπεται του αναγκαίου για τη διασφάλιση μιας αξιοπρεπούς διαβίωσης επιπέδου, ισχυροποιώντας το αίτημα επαναφοράς ή ενίσχυσης των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Ολόκληρη η έκθεση διαθέσιμη εδώ.