* Του Νίκου Ερηνάκη, Δρ. Φιλοσοφίας [Διδάσκοντα στο Ε.Α.Π. και το Ε.Κ.Π.Α.], Επιστημονικού Υπεύθυνου του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ – Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στη Huffington Post

– – –

Ο Μάης του ’68 ανέδειξε καθοριστικά ερωτήματα, στα οποία όμως δεν κατάφερε να δώσει τις απαραίτητες απαντήσεις. Ακόμα και χωρίς να διαβάσει κάποιος όλα τα θεωρητικά κείμενα ή τα πρακτικά των συνελεύσεων, αλλά από τα συνθήματα και μόνο, αντιλαμβάνεται πως ένα κύριο, δομικό προταγματικό ερώτημα του Μάη, το οποίο πολλές φορές χαρακτηρίστηκε και ως βαθιά μεταϋλιστικό, ήταν το ακόλουθο:Πώς το πεδίο της πολιτικής θα ταυτιστεί με αυτό της τέχνης; Πώς θα εισχωρήσει η φαντασία της καλλιτεχνικής δημιουργικότητας στην ορθολογικότητα που πρέπει να χαρακτηρίζει την πολιτική πρακτική;

Μια πρώτη απάντηση που θα μπορούσαμε να δώσουμε είναι πως τα παραπάνω δεν μπορούν να κατακτηθούν παρά μόνο με διαρκείς, ταυτόχρονες διεκδικήσεις στη σφαίρα του στοχασμού, της τέχνης και της πολιτικής πρακτικής.

Μπορεί λοιπόν να παραμένει ο Μάης του ’68 ένα σημείο αναφοράς σήμερα; Πού είναι αναγκαίος και χρήσιμος ο φαντασιακός ρομαντισμός και ποτέ πρέπει να προχωρούμε στην πραγμάτωση των εκάστοτε κοινωνικοπολιτικών προταγμάτων του; Μήπως εν τέλει ο μετανεωτερικός κόσμος αναπαράγει ιδέες και πρακτικές του παρελθόντος αναμειγνύοντάς τες με έναν τόσο επιφανειακό τρόπο που αυτές στερούνται πλέον μετασχηματιστικού νοήματος;

Αν και τα μεταϋλιστικά κινήματα προσφέρουν μια σημαντική διάνοιξη σε ιδεολογικό και πολιτισμικό επίπεδο, έχουν αποδείξει πως δεν είναι ικανά να προκαλέσουν τις απαραίτητες ρωγμές ώστε να εμπλέξουν ουσιαστικά το πλειοψηφικό μέρος της κοινωνίας.

Στον Μάη είδαμε το απόγειο του φοιτητικού κινήματος αλλά και την εκκωφαντική απουσία του εργατικού κινήματος, πέραν μιας μεγάλης απεργιακής πρωτοβουλίας. Από τη μία τα προτάγματα της φοιτητικής κοινότητας παρέμειναν ιδιαιτέρως αφηρημένα στερούμενα ισχυρής κοινωνικής γείωσης και από την άλλη το εργατικό κίνημα περιορίστηκε αμιγώς σε οικονομικές διεκδικήσεις προς δικό του όφελος. Οι διάφορες κοινωνικές ομάδες στο τέλος λειτούργησαν εν μέρει συμφεροντολογικά και εν μέρει αυτιστικά, με αποτέλεσμα οι συστημικές δικλείδες ασφαλείας για μια ακόμα φορά να υπερτερήσουν και να καταπνίξουν ακόμα και τις πιο υποσχόμενες εξεγερσιακές προοπτικές που στόχευαν προς τη δημιουργικότητα και όχι το μηδενισμό.

Υπάρχει όμως η απαραίτητη κοινωνική γείωση της νέας γενιάς σήμερα; Και ιδιαιτέρως των μελών της που μπορούν να περάσουν στην πρωτοπορία και να διανοίξουν πρωτόγνωρες διαδρομές; Η νέα γενιά χαρακτηρίζεται από μια άρνηση να διαχειριστούμε τις υποθέσεις του συνόλου και τις ευθύνες μας ως προς αυτό—πλήρης παθητικότητα ως προς την αυτοδιαχείριση του μέλλοντός μας. Όσο φτωχότερη είναι η καθημερινή ζωή και ο μέσα κόσμος, τόσο μεγαλώνει η έλξη του μη αυθεντικού. Ακόμα και σήμερα περιορίζουμε τις διεκδικήσεις μας μόνο στο οικονομικό πεδίο. Χωρίς ούτε στιγμή να περιφρονώ τη απόλυτη σημαντικότητα αυτού, οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι δεν μπορούν να κερδηθούν σημαντικές διεκδικήσεις αν δεν αλλάξουμε πρώτα τα πιο ουσιαστικά υπερ-οικονομικά πλαίσια σε επίπεδο συσχετισμών πολιτικών δυνάμεων και κοινωνικής ιεραρχίας. Το πιο απλό παράδειγμα: ακόμα δεν έχουμε υπερβεί ούτε στο ελάχιστο τον διαχωρισμό ανάμεσα σε χειρώνακτες και διανοούμενους.

Κύριο ζήτημα είναι η νέα γενιά να μη θέλει να αντικαταστήσει απλώς τη προηγούμενη γενιά, αλλά να αλλάξει ριζικά το πλαίσιο στο οποίο αντιλαμβάνεται και βιώνει την πραγματικότητα, από το γενικό στο ειδικό και όχι μεμονωμένες αλλαγές ειδικού με φρούδα ελπίδα πως θα καταφέρουμε να ζήσουμε έστω και λίγο σαν τους γονείς μας, αλλά δημιουργικά να διαρρήξουμε την αυτοκτονική γραφειοκρατία της καθημερινότητας. Να ανακαλύψουμε δρόμους για την αυτοανάπτυξη του ατόμου σε πλήρη διάδραση με τον συλλογικό αυτοκαθορισμό.

Η νέα γενιά πρέπει να προσεγγιστεί όχι μόνο με ταξικούς όρους αλλά και ως κοινωνική κατηγορία καθεαυτή, πατώντας πάνω σε πιο πλήρεις διαιρετικές τομές. Διαρκείς ζυμώσεις σε πολλαπλά επίπεδα. Επανεξέταση της οντολογίας των θεσμών και αξιών των σύγχρονων δυτικών κοινοβουλευτικών δημοκρατιών με κύριο στόχο την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εμβάθυνση της δημοκρατίας. Επανεξέταση της σχέσης της γνώσης και της τέχνης με την κοινωνία που τις παράγει. Νέες λέξεις, αλλά και για νέες έννοιες, καθώς μέχρι στιγμής στην καλύτερη των περιπτώσεων βρίσκουμε νέες λέξεις για ήδη παρωχημένες έννοιες.

Στοχασμός και πράξη πρέπει να ενωθούν σε μια διαρκή ανάδραση, ώστε από ενικότητες να μετουσιωθούν σε ολότητες, ακριβώς όπως η ορθολογικότητα με τη φαντασία. Μια διαφορετικού τύπου εξεγερσιακή αντίληψη της πολιτικής—λιγότερο θέαμα, περισσότερη ουσία. Λιγότερη τακτική, περισσότερη στρατηγική. Να απλώσει μέσα στο χρόνο ο σχεδιασμός, να ξεκαθαρίσουν οι τελικοί στόχοι.

Χρειαζόμαστε καλλιτεχνική δημιουργία με κοινωνικό ρόλο, ριζοσπαστισμό όπως τον επιχείρησαν οι μεγάλοι του ρομαντισμού και του μοντερνισμού και όχι θολές επιφανειακότητες του μεταμοντερνισμού. Κοινωνικός μετασχηματισμός χωρίς καθοριστικά φιλοσοφικά και καλλιτεχνικά κινήματα δεν νοείται, όπως δεν νοείται και χωρίς τις μάζες. Συνεπώς ακόμα αναμένουμε το κίνημα που θα εμπλέξει την ανανέωση σε επίπεδο ιδεών και αισθητικής με την ταυτόχρονη έκφραση και ικανοποίηση των αναγκών των μαζών. Υπερβατικός στοχασμός, αισθητική δημιουργία και υλικές ανάγκες ως ένα και το αυτό.

Η προσπάθεια να μετασχηματιστεί η κοινωνία χωρίς να πέσει στις καταστροφικές παγίδες του παρελθόντος αποτελεί το κοινό στοιχείο που θα πρέπει συνέχει τις νέες προσεγγίσεις. Ο στοχασμός και η τέχνη οφείλουν να αποδομήσουν το στερεότυπο που τις θέλει αποσυνδεδεμένες από τα συμπαγή κοινωνικά αιτήματα. Απαιτείται η επιστροφή των δημόσιων οργανικών διανοούμενων και των κριτικών καλλιτεχνών. Η εκ νέου επικοινωνία των θεωριών με τα κοινωνικά κινήματα με τρόπο διαδραστικό και ανατρεπτικό. Η ανάδειξη αλλά και η προσπάθεια αντιμετώπισης αυτής της αποξένωσης ανάμεσα στην κινηματική πρακτική και τη θεωρία. Τα προοδευτικά κινήματα πρέπει να προσεγγίσουν εκ νέου την ξεχασμένη ιστορική κληρονομιά τους και να ενισχύσουν τις επεξεργασίες τους σε ζητήματα στρατηγικής με νέα, ισχυρότερα θεωρητικά πλαίσια.

Ενότητα και ενικότητα να μπορέσουν να συνυπάρξουν μέσω κοινής αναδιαμόρφωσης κοινωνικού πλαισίου από την αντίληψη μας για τις αξίες μέχρι και για τη φύση και τον ρόλο των θεσμών. Η τέχνη πρέπει να γίνει χρήσιμη ξανά: να εκφράσει τις ανάγκες και να καλύψει τις ανάγκες. Χωρίς ανανέωση όμως του κόσμου των ιδεών, δεν μπορεί να υπάρξει ανανέωση του κόσμου των αναγκών και αντιστρόφως—χρειάζεται μια ανάδραση μεταξύ των δύο ώστε να οδηγηθούμε σε μια ανατροπή των αδιεξόδων της καθημερινότητας.

Επικεντρωνόμαστε στο ειδικό, το οποίο προφανώς είναι καθοριστικό όταν η κοινωνία βρίσκεται σε τέτοια βάθη οικονομικής κρίσης, αλλά καμία ουσιαστική υπερπήδηση της κρίσης δεν μπορεί να προκύψει εάν δεν μετασχηματιστεί σε φαντασιακό επίπεδο η αντίληψή μας για τους εαυτούς μας και το σύνολο του οποίου είμαστε μέρος, όπως και για την ατομική και συλλογική δημιουργικότητα σε επίπεδο ιδιωτικής και κοινωνικής σφαίρας.

Απέναντι στη μάστιγα της δημιουργικής καταστροφής που επιμένει μέσω μιας διαρκούς διόγκωσης των κοινωνικών ανισοτήτων και σε έναν καπιταλισμό ο οποίος τρέφεται και αναγεννάται από τις σάρκες του μέχρι αυτές να εκλείψουν, οφείλουμε να απαντήσουμε με δημιουργικό συλλογικό αυτοκαθορισμό, θέτοντας εκ νέου το στοχασμό, την τέχνη και την πολιτική πάνω από την οικονομία.

Ο Μάης του ’68 έθεσε ένα πρόταγμα. Δεν επετεύχθη. Οι προϋποθέσεις πάντα υπάρχουν, αρκεί ένα συμβάν, ένα καθοριστικό γεγονός, για να πραγματωθεί το άλμα, το πέρασμα σε ένα νέο κοινωνικοπολιτικό άνοιγμα. Το ταυτοχρόνως θετικό και αρνητικό, είναι ό,τι τούτο δεν μπορεί να προβλεφθεί τελεολογικά, οπότε η ελπίδα είναι πάντα εξίσου παρούσα. Προς το παρόν βρισκόμαστε ακόμα στην αμηχανία της αναμονής, μιας μάχης διατήρησης στεγανών και τουλάχιστον μιας κάποιας παρουσίας. Σε κάθε περίπτωση όμως, η ομορφιά βρισκόταν πάντα στους δρόμους· και εκεί παραμένει.