Οι ιστορικές διαστάσεις και τα σύγχρονα διακυβεύματα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, ο ρόλος της Γερμανίας και η επιστροφή των εθνικισμών στην Ευρώπη τέθηκαν στο τραπέζι της συζήτησης που διοργάνωσε το ΕΝΑ, με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του Ομότιμου Καθηγητή του Πανεπιστημίου Κρήτης, Χρήστου Χατζηιωσήφ, με τίτλο «Η ευρωπαϊκή ενοποίηση, η Γερμανία και η επιστροφή των εθνικισμών». Στο πάνελ των ομιλητών βρέθηκαν οι καθηγητές Γιώργος Σταθάκης, Κώστας Φωτάκης και Νίκος Θεοχαράκης.

Το ευρωπαϊκό παράδοξο και η πρόκληση της βιομηχανικής ανασυγκρότησης

Ο Χρήστος Χατζηιωσήφ επισήμανε ότι με το δοκίμιό του επιχειρεί να δώσει «μια ερμηνεία για το «ευρωπαϊκό παράδοξο»,  το οποίο συνίσταται στο ότι οι πρόοδοι στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης σε αντίθεση με τους διακηρυγμένους στόχους των ευρωπαϊκών οργανισμών δεν άμβλυναν τους εθνικούς ανταγωνισμούς ανάμεσα στα κράτη-μέλη τους. Αντίθετα οι εθνικοί ανταγωνισμοί διατηρήθηκαν σε επίπεδο κρατών, ενώ σε επίπεδο πολιτών αναβίωσαν μορφές εθνικισμών που θεωρούνταν ότι ανήκαν στο παρελθόν». Ο συγγραφέας υποστήριξε ότι «η προσπάθεια να ερμηνεύσω αυτήν την αντίφαση με οδήγησε να εστιάσω με μεγαλύτερη επιμονή πάνω στην περίπτωση της Γερμανίας για δύο λόγους: Ο πρώτος ήταν ότι για περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες μετά το τέλος του πολέμου ο γερμανικός εθνικισμός βρισκόταν σε καταστολή και η ανάκαμψή του έχει και θεωρητικό εκτός από πρακτικό πολιτικό ενδιαφέρον, και ο δεύτερος λόγος είχε να κάνει με το οικονομικό, δημογραφικό και πολιτικό βάρος της ενωμένης Γερμανίας».

Σύμφωνα με τον ίδιο, «το πρόγραμμα της λεγόμενης 4ης βιομηχανικής επανάστασης, το Industrie 4.0, που έχει ξεκινήσει η γερμανική κυβέρνηση σε συνεργασία με επιχειρήσεις, ερευνητικά κέντρα και πολυτεχνεία, καθώς και συνδικάτα, προσφέρεται ιδιαίτερα για να καταλάβουμε πώς οι σημερινοί πολιτικοί και οικονομικοί ιθύνοντες βλέπουν τη θέση της Γερμανίας στον αυριανό κόσμο και την Ευρώπη, να κατανοήσουμε τους φόβους και τις φιλοδοξίες τους, τον τρόπο που εκδηλώνονται οι σταθερές της συμπεριφοράς τους».

Σε αυτό το πλαίσιο σημείωσε ότι «το πρόγραμμα αποσκοπεί στο να αντιμετωπίσει την απειλή του εξωτερικού ανταγωνισμού και να ενισχύσει την ήδη κυρίαρχη θέση του γερμανικού κλάδου παραγωγής μέσων παραγωγής στην παγκόσμια αγορά, με μια ριψοκίνδυνη τεχνολογική φυγή προς το μέλλον. Πρόκειται για ένα καθαρά εθνικό, γερμανικό πρόγραμμα, χωρίς καμία ρητή αναφορά στην Ευρώπη. Η σιωπή αυτή συγκαλύπτει το γεγονός ότι χωρίς τους οικονομικούς και τους ανθρώπινους πόρους που θα αντληθούν από τα υπόλοιπα κράτη – μέλη της ΕΕ το πρόγραμμα δεν μπορεί να υλοποιηθεί. Επιτρέπεται να συμπεράνουμε ότι οι Γερμανοί ιθύνοντες θεωρούν τη συνεργασία των υπόλοιπων Ευρωπαίων και την αποδοχή από αυτούς υποδεέστερων ρόλων στην υλοποίηση του προγράμματος σαν κάτι το δεδομένο. Από αυτήν την άποψη, το πρόγραμμα είναι χαρακτηριστικό του τρόπου που η Γερμανία αντιμετωπίζει την ΕΕ και τους εταίρους της· ισχύει όμως και το αντίστροφο. Τα περισσότερα κράτη-μέλη, απομιμούμενα τη γερμανική πολιτική έσπευσαν να καταρτίσουν ανάλογα προγράμματα».

Ο κ. Χατζηιωσήφ εκτίμησε ότι «τα πράγματα δείχνουν ότι καμιά ευρωπαϊκή χώρα δεν θα μπορέσει να μείνει έξω από αυτήν την κίνηση εκτός αν έχει “επιλέξει” να συμμετέχει στον κοινοτικό καταμερισμό της εργασίας ως μη βιομηχανική χώρα. Ο τρόπος που η κάθε χώρα θα συμμετάσχει σε αυτήν τη βιομηχανική ανασυγκρότηση θα επηρεάσει κατά τη γνώμη μου και τις προοπτικές ένταξής της στα διάφορα σχήματα της Ευρώπης των πολλών ταχυτήτων».

Για την Ελλάδα, ο Ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης συμπέρανε, μεταξύ άλλων, τη σημασία του να διευκρινισθεί ποιο είναι το περιεχόμενο εννοιών όπως «παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας», «νέο αναπτυξιακό ή παραγωγικό υπόδειγμα», να υπάρξει ένας στοχασμός πάνω στους πιθανούς οικονομικούς χώρους, πέραν της ΕΕ, στους οποίους θα μπορούσε να απευθυνθεί η ελληνική οικονομία κατά τις επόμενες δεκαετίες. «Οι προβληματισμοί αυτοί μπορούν να οδηγήσουν σε θετικά αποτελέσματα στην πράξη εάν συμμετάσχουν σε αυτούς το Δημόσιο και ιδιωτικοί φορείς» σχολίασε. Με την προϋπόθεση ότι το περιεχόμενο της παραγωγικής ανασυγκρότησης και ο προσανατολισμός της οικονομίας έχουν διευκρινισθεί, χρειάζεται οι προσπάθειες του Δημοσίου και των ιδιωτών να επικεντρωθούν σε εξειδικευμένα κλαδικά προγράμματα, εκτίμησε, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι «τα προγράμματα δεν θα μπορέσουν εύκολα -αν ποτέ- να λειτουργήσουν μέσα στο πλαίσιο των μηχανισμών των μνημονίων».

Οι ανισότητες έφεραν πίσω τους εθνικισμούς

Ο Νίκος Θεοχαράκης, αναπληρωτής καθηγητής στο ΕΚΠΑ και Πρόεδρος του ΔΣ & Επιστημονικός Διευθυντής του ΚΕΠΕ, υποστήριξε, μιλώντας για τον εθνικισμό της Γερμανίας, ότι «δεν είναι ένας πολιτικός εθνικισμός. Είναι ο βασικός εθνικισμός μέσω του οποίου η Γερμανία επιχειρεί να ασκήσει μια ηγεμονία πάνω στην Ευρώπη. Από την άλλη, αυτό που αναδεικνύει το δοκίμιο είναι η αποτυχία του πολιτικού οράματος ενός ευρωπαϊκού φεντεραλισμού».

«Το γεγονός ότι το βασικό πρόταγμα για ενοποίηση Ευρώπης ξεκινά σε επίπεδο οικονομικών αγορών, ειδικά μέσα από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, αντί να αμβλύνει τις ανισότητες, κάνει ό,τι κάνει η αγορά: Αυτό που ξέρει να κάνει η αγορά είναι να βαθαίνει τις ανισότητες. Γι’ αυτό πρέπει να υπάρχει άλλο πλαίσιο που αμβλύνει τις ανισότητες» επισήμανε, υποστηρίζοντας ότι «από τη στιγμή που υπάρχει απόφαση ότι θα έχεις έναν οικονομικά ενοποιημένο χώρο -και μάλιστα για να γίνει αυτό πρέπει να μειώσουμε δαπάνες κοινωνικού κράτους και λοιπά κεκτημένα- η «φυσική» αντίδραση των λαών είναι να γυρίσουμε πίσω στον εθνικισμό με στοιχεία που δεν είναι εντελώς παράλογα».

Ο κ. Θεοχαράκης σχολίασε ότι η Ε.Ε. δεν φρόντισε να δημιουργήσει σωστούς πολιτικούς θεσμούς, προσθέτοντας ότι αυτή η έλλειψη φεντεραλισμού οφείλεται σε ένα τεράστιο έλλειμμα δημοκρατίας που υπάρχει πια στην Ευρώπη. «Υπάρχει το εξής παράδοξο από τη μια Συνθήκες όπως Μάαστριχτ: Από τη μία πλευρά εμβαθύνουν ανισότητες και από την άλλη δημιουργούν μια τεράστια γραφειοκρατία, των Βρυξελλών, η οποία παίζει ένα ρόλο εφαρμογής ενός νέου μερκαντιλιστικού σχεδίου Γερμανίας –πάντα η οικονομική εξάπλωση απαιτεί ένα σχέδιο, που περνά μέσα από τους θεσμούς της Ε.Ε.». Δηλαδή, σύμφωνα με τον ίδιο, τα ευρωπαϊκά Προγράμματα («σχέδιο Γιούνκερ» κ.ά.) είναι «κομμένα και ραμμένα» στα μέτρα των Γερμανών. «Αυτό δεν είναι τυχαίο. Έχουν φτιάξει το παιχνίδι με όρους δικούς τους» τονίζει.

Για μία ελληνική οικονομία της γνώσης

Ο Κώστας Φωτάκης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και Αναπληρωτής Υπουργός Έρευνας & Καινοτομίας, μίλησε για δυο σημαντικές τάσεις, την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας και την παγκοσμιοποίηση της γνώσης. «Και οι δυο αυτές τάσεις παίζουν καθοριστικό ρόλο σε ό,τι αφορά τον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας∙ θα το πήγαινα και παραπέρα, ίσως κάπως αιρετικά, λέγοντας ότι αποτελούν τη σύγχρονη έκφραση της διαρθρωτικής καπιταλιστικής συσσώρευσης, με τον τρόπο που εκφράζεται σήμερα».

Εστιάζοντας στο ότι η σημερινή διάρθρωση του καπιταλισμού στην Ευρώπη χαρακτηρίζεται από δυο αφηγήματα, ο κ. Φωτάκης παρατήρησε ότι από τη μια υπάρχει το αφήγημα της ενωμένης Ευρώπης, ενώ από την άλλη υπάρχει η επανεμφάνιση των εθνικισμών. «Αυτά τα δυο αντιφατικά -φαινομενικά- αφηγήματα, πολύ εύστοχα, αναδεικνύουν στο πού αποσκοπούν. Η Γερμανία βρίσκεται στο επίκεντρο αυτών των δυο τάσεων κι έχει αναλάβει ένα είδος ρυθμιστικού ρόλου στο πώς θα συμβαίνουν τα πράγματα στην Ευρώπη με στόχο βελτίωση της θέσης της σε παγκόσμιο επίπεδο».

Για την Ελλάδα, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης τόνισε ότι «ένα πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να διατηρήσουμε και να ενισχύσουμε το ανθρώπινο δυναμικό μας και τις υποδομές μας. Το ανθρώπινο δυναμικό μας είναι περιζήτητο και ένας από τους τρόπους που προσπαθούμε να προσελκύσουμε ξένες επενδύσεις. Από την άλλη μεριά υπάρχει και η μεγάλη εικόνα: Tα πράγματα είναι υπό διαμόρφωση, σε δύο φάσεις. Η μία είναι αυτή στην οποία, πέρα από την ενίσχυση του δυναμικού, πρέπει να δημιουργήσουμε μια οικονομία της γνώσης, με δική μας ταυτότητα (που θα βασίζεται στα δικά μας συγκριτικά πλεονεκτήματα), να δημιουργήσουμε ένα είδος βιομηχανίας 4.0, με βάση τομείς στους οποίους μπορούμε να έχουμε συγκριτικά πλεονεκτήματα. Σε αυτό πρέπει να πράξει συνέργεια προγραμμάτων από διάφορες πλευρές. Θα παίξει σημαντικό ρόλο η ανάληψη εμβληματικών πρωτοβουλιών, για παράδειγμα σε τομείς όπου η «ιδέα» μπορεί να έχει μεγάλη προστιθέμενη αξία στην αλυσίδα∙ υπάρχει δυναμικό στη χώρα, η πρόκληση είναι να τους φέρεις μαζί».

Ο κ. Φωτάκης τόνισε ότι πρέπει να δώσουμε μεγάλη έμφαση μέσα από νέες δράσεις στην ενίσχυση τμημάτων έρευνας κι ανάπτυξης σε επιχειρήσεις. «Ακόμη κι όταν αγοράζεις «γνώση» από έξω η προσαρμογή της στα ελληνικά δεδομένα είναι ένα ζήτημα, το πώς η κάθε επιχείρηση θα την εφαρμόσει, αλλά και πώς θα την μετεξελίξει ώστε να μη χρειάζεται να την αγοράζει ξανά και ξανά. Να δημιουργήσουμε εμείς τα κέντρα δεξιοτήτων που θα προσφέρουν τέτοιες υπηρεσίες σε μικρές κοινοπραξίες».

Η ρήξη στο εσωτερικό της Γερμανίας και η αλλαγή στην Ευρώπη

Ο Γιώργος Σταθάκης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κρήτης & Υπουργός Ενέργειας & Περιβάλλοντος, εστίασε στο ότι μέχρι το 1991 η γερμανική οικονομία «είναι πιο ευρωκεντρική -εξαγωγική μεν, πετυχημένη βεβαίως- αλλά πλήρως εξαρτώμενη από το ευρωπαϊκό σύστημα. Μετά το ’91 οι μισές εξαγωγές κατευθύνθηκαν στην παγκόσμια αγορά κι έτσι η οικονομία έγινε εξωφρενικά εξωστρεφής (50% του ΑΕΠ εξάγεται). Με αυτόν τον τρόπο, η Γερμανία ανταπεξήλθε στην πρόκληση και δημιούργησε σταδιακή απεξάρτηση από την ευρωπαϊκή οικονομία, ξεχωρίζοντας από όλες τις άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Αυτό μετατόπισε την πολιτική της Γερμανίας απέναντι στην Ευρώπη, αφού με το κοινό νόμισμα καθώς και με την πολιτική εμπορίου και άλλων θεμάτων, η ΕΕ έτεινε να ακολουθεί τους κανόνες ή τα πιο στενά συμφέροντα της Γερμανίας, αποδυναμώνοντας αλλά στοιχεία που προϋπήρχαν εντός του ευρωπαϊκού συστήματος.

Ο κ. Σταθάκης υπογράμμισε ότι η ίδια η Γερμανία «μεταλλάσσεται» μετά το 1991 κάνοντας μια τεράστια τομή, διαρρηγνύοντας το κοινωνικό συμβόλαιο που είχε στο εσωτερικό της, πάνω στο οποίο στηρίχτηκε όλο το μεταπολεμικό σύστημα. «Υποθέτω ότι αυτή η ρήξη στον εσωτερικό ιστό καλύπτεται -ή γίνεται προσπάθεια να καλυφθεί- από εθνικισμό, αλλά δεν εξηγεί τη ρήξη αυτή καθεαυτή. Υποθέτω αυτή οφείλεται σε κάτι βαθύτερο. Πως γίνεται αυτή η μετάβαση με τεράστιες συνέπειες, που αλλάζει πολλά και στο θέμα της ιδεολογίας, της πολιτικής και της οικονομίας» ανέφερε.

Σύμφωνα με τον ίδιο, ενώ στο εσωτερικό της Γερμανίας γινόταν αυτό, η ΕΟΚ είχε δυνατούς κανόνες σύγκλισης. «Από εκεί και πέρα, όμως, η Ένωση επιδιώκει να ακολουθήσει την πορεία της Γερμανίας: Άλλοι ρυθμοί ανάπτυξης, λίγα τα χρήματα για κοινωνική προστασία στο μηχανισμό σύγκλισης, αναβίωση μιας ιδέας ότι αυτοί που πάνε καλά δεν θα περιμένουν όσους πάνε άσχημα κλπ. Άρα μιλάμε για μια διπλή ρήξη» σημείωσε και προσέθεσε ότι «παρά τις ρήξεις αυτές πάντα έχω μια αίσθηση «συνέχειας» σε αυτές τις διαδικασίες. Η προ της ευρωπαϊκής ρήξης της ιδέας τη σύγκλισης ήταν πάλι μια ευρωπαϊκή ενοποίηση όπου τον πρώτο λόγο τον είχε η Γερμανία».

Ο Γ. Σταθάκης τόνισε ότι «η δεύτερη συνέχεια παραμένει η έννοια του έθνους που, ναι μεν μεταλλάσσεται, αλλά έχει εικόνα συνέχειας και το τρίτο και βασικό είναι αυτονόητο ότι όλη αυτή την περίοδο η Γερμανία δεν μπορεί να υπάρχει στην Ευρώπη μόνη της, όσο μεγάλη οικονομία και δύναμη κι αν είναι. Χρειάζεται τουλάχιστον τις πολύ μεγάλες χώρες. Ίσως θα ήταν σκόπιμο αυτές οι πολύ μεγάλες χώρες – ως μέσο εξισορρόπησης της εξουσίας- να θέλουν μια μεγαλύτερη εξισορρόπηση σε σχέση με την πολύ ισχυρή παρουσία της Γερμανίας όταν αυτή δεν έχει τους εξισορροπητικούς μηχανισμούς στο εσωτερικό της».

 

* Το βιβλίο «Η ευρωπαϊκή ενοποίηση, η Γερμανία και η επιστροφή των εθνικισμών» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βιβλιόραμα.