Η μεσαία τάξη, που διαχρονικά θεωρούνταν «η ραχοκοκαλιά της ελληνικής κοινωνίας», βρίσκεται σήμερα το επίκεντρο των συζητήσεων για τις πολυεπίπεδες ανακατατάξεις που επέφερε η οικονομική κρίση στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό.

Τι συμβαίνει λοιπόν στη νέα κοινωνικοοικονομική συνθήκη; Πώς και κατά πόσο επηρεάστηκαν τα μεσαία στρώματα από την κρίση; Έχει αλλάξει η κοινωνική διαστρωμάτωση στην Ελλάδα σήμερα; Εάν ναι, ποια είναι η (νέα) σύνθεση της μεσαίας τάξης και πώς διαμορφώνονται οι όροι αναπαραγωγής της στο μέλλον; Ποια η σχέση των μεσοστρωμάτων με τον λεγόμενο μεσαίο χώρο και ποιος μπορεί να είναι ο ρόλος τους στο υπό διαμόρφωση παραγωγικό μοντέλο της χώρας;

Σε μια προσπάθεια να απαντήσει στα παραπάνω ερωτήματα, το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ διοργάνωσε συζήτηση με θέμα «Κρίση και Μεσαία Τάξη: Οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις».

Ομιλητές ήταν ο Καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ Νίκος Βέττας, ο  Καθηγητής στο τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου Ανδρέας Λύτρας και η Επίκουρη Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και Διευθύντρια ΙΝ.ΕΜ.Υ. της ΕΣΕΕ Βάλια Αρανίτου.

Ο Ανδρέας Λύτρας επισήμανε ότι τα παραδοσιακά μικροαστικά στρώματα (κυρίως μικροί ιδιοκτήτες, μικροί παραγωγοί και αυτοαπασχολούμενοι) φθίνουν με εξαιρετική σταθερότητα.

Όπως υποστήριξε, «το επίπεδο της συλλογικής και ατομικής ευημερίας στην ελληνική κοινωνία στηρίχθηκε στην αύξηση των συναλλαγών, στο πλαίσιο των μικρών και των πολύ μικρών επιχειρήσεων, σε συνάρτηση με τα μεγάλα γεγονότα (λ.χ. Ολυμπιακοί Αγώνες) και τα έργα υποδομής».

«Η εποχή της κρίσης συνοδεύεται ουσιαστικά από “αχρηματία”, γεγονός που οδηγεί τους μικρούς εργοδότες σε αμυντική τακτική και ωθεί σε απολύσεις. Προστατεύουν την ιδιοκτησία, τα κατοχυρωμένα δικαιώματά τους και την αυτοαπασχόλησή τους. Οι νεοεισελθόντες της προηγούμενης περιόδου ή οι πιο ώριμοι ηλικιακά αποχωρούν». Η εκτόξευση της ανεργίας προέρχεται, σύμφωνα με τον ίδιο, και από αυτήν τη μεταβολή.

Διαβάστε την εισήγηση του Ανδρέα Λύτρα

Η Βάλια Αρανίτου υπογράμμισε ότι, όπως και να ορίσουμε τη μεσαία τάξη ‒οικονομικά, εισοδηματικά, πολιτισμικά, σύμφωνα με τη θέση και το ρόλο της στην παραγωγική διαδικασία ή περιγράφοντας την «αντιφατική» της θέση στη δυναμική των σύγχρονων κοινωνικών σχηματισμών‒, είναι γεγονός ότι αυτή τελεί πλέον σε κρίση αναπαραγωγής.

Σύμφωνα με τη διευθύντρια του ΙΝ.ΕΜ.Υ., η μεσαία τάση αποτελεί -με μεγάλη διαφορά- το πολυπληθέστερο κοινωνικό στρώμα του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, γεγονός που εξηγεί το γιατί συνιστά τη «βασική νομιμοποιητική βάση του δημόσιου διαλόγου, καθώς και την προσφιλέστερη κοινωνική αναφορά όλων σχεδόν των πολιτικών δυνάμεων».

Η κ. Αρανίτου επιχείρησε παράλληλα να καταρρίψει τη στερεοτυπική ανάγνωση σύμφωνα με την οποία η μεσαία τάξη ευθύνεται για τον οικονομικό μαρασμό της χώρας, με τους μικρούς επιχειρηματίες να εγκαλούνται ως φοροφυγάδες, αντιπαραγωγικοί και μη ανταγωνιστικοί.

Παρουσιάζοντας στατιστικά δεδομένα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η δομή της ελληνικής κοινωνίας δεν φαίνεται να μεταβλήθηκε τελικά τόσο όσο αναμενόταν στις απαρχές της κρίσης, καθώς η ευρηματικότητα και η «δημιουργική ευφυία» της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης, σε συνδυασμό με τις νέες τεχνολογίες, συνέβαλαν στην επιβίωση αυτών των στρωμάτων.

Για μια σειρά από νέες επιχειρήσεις στον τομέα των υπηρεσιών μάλιστα, η τεχνολογία μηχανολογικού εξοπλισμού υπολογιστών και ιδίως η καινοτομία νέου λογισμικού συνέτειναν καθοριστικά στην ανθεκτικότητα και εν πολλοίς στην επέκτασή τους. Ωστόσο, παρότι η διατήρηση ή και η δημιουργία μικρών επιχειρήσεων λειτούργησε εντέλει εξισορροπητικά για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής σε μια περίοδο εκτεταμένων ανακατατάξεων, στο πεδίο της νέας μεσαίας τάξης καταγράφεται αφενός λιγότερη ευελιξία και αφετέρου μια προς τα κάτω κινητικότητα, κατέληξε η Β. Αρανίτου.

Διαβάστε την εισήγηση της Βάλιας Αρανίτου

Ο Νίκος Βέττας  επισήμανε, από την πλευρά του, ότι στην περίπτωση της Ελλάδας «η αποταμίευση και οι επενδύσεις πήγαιναν προς ένα μέρος της οικονομίας το οποίο «κοιτούσε» προς τα μέσα και όχι προς τα έξω», αφού «την ίδια ώρα που εμείς αποταμιεύαμε (σ.σ. για αγορά αγαθών ή ακινήτων), Βέλγοι, Ολλανδοί, Δανοί κ.ά. έπαιρναν τις αποταμιεύσεις τους και έφτιαχναν εξωστρεφείς επιχειρήσεις».

Ο επικεφαλής του ΙΟΒΕ υπογράμμισε ότι μεγάλο μέρος της επιχειρηματικής δραστηριότητας των πολύ μικρού μεγέθους επιχειρήσεων τείνει να  είναι «λαθραία»: Ενώ στις περισσότερες άλλες χώρες, που έχουν ξεκάθαρους κανόνες σε ό,τι αφορά το ασφαλιστικό, το φορολογικό, το χωροταξικό κ.ά., μπορεί το μέγεθος των επιχειρήσεων να είναι μεγαλύτερο -και κατ’ επέκταση το μερίδιο της μισθωτής εργασίας σημαντικότερο και οι εργασιακές σχέσεις σταθερότερες-, η χώρα μας απέχει πολύ από εκεί, καθώς η επίδραση του μη ξεκάθαρου πλαισίου, εντός του οποίου εκφράζεται αυτή η επιχειρηματικότητα, είναι μεγάλη.

Ο Ν. Βέττας αναφέρθηκε ακόμη εμφατικά στη σημασία της εκπαίδευσης, σημειώνοντας ότι αποτελεί τον κύριο μηχανισμό κοινωνικής κινητικότητας, με την Ελλάδα να υστερεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, για να συμπεράνει ότι «η τεχνολογία αναμένεται να επηρεάσει σαφέστατα τη μεσαία τάξη, με τον ίδιο τρόπο που έχει επηρεάσει τις επιχειρήσεις», καθώς «θα αρχίσει να δημιουργεί πολύ μεγαλύτερη κινητικότητα».